Κώστα Σταμάτη,καθηγητή φιλοσοφίας του δικαίουστο Τμήμα Νομικής του ΑΠΘ
Προς τις Κυρίες και τους Κυρίους Βουλευτές, Υπόμνημα επί του νομοσχεδίου για το ελληνικό Πανεπιστήμιο
Αξιότιμοι Κύριοι και Κυρίες Βουλευτές.
Κατατίθεται προς ψήφιση νομοσχέδιο σαρωτικής μεταβολής του πανεπιστημιακού τοπίου στη χώρα μας. Το νομοσχέδιο κατατίθεται μέσα στο καλοκαίρι, μόνο και μόνο για να ψηφισθεί εσπευσμένα και χωρίς ουσιαστική συζήτηση, παρά την καθολική αντίδραση της ελληνικής πανεπιστημιακής κοινότητας. Το κείμενο αυτό ατυχώς απηχεί προς το πολύ χειρότερο συναφή δέσμη ιδεών, που έχει εξαγγείλει προ μηνών η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας και Διά Βίου Μάθησης. Η εν λόγω δέσμη ιδεών έχει αποτελέσει έκτοτε αντικείμενο ζωηρής και αυθεντικής διαβούλευσης στα Τμήματα και τις Συγκλήτους των ΑΕΙ όλης της χώρας. Η ελληνική πανεπιστημιακή κοινότητα έχει κρίνει νηφάλια και τεκμηριωμένα, με πλείστα ψηφίσματα των Συγκλήτων, ότι η δέσμη αυτή διαπνέεται από επίφοβες κεντρικές ιδέες, οι οποίες και μεγεθύνονται τα μάλα στο υπό κρίση νομοσχέδιο. Επί όλων αυτών, παρακαλούμε θερμά να λάβετε υπ’ όψιν Σας τα ακόλουθα.
Ι. Ένα ολιγαρχικό, αδιαφανές και θεσμικά ανέλεγκτο σύστημα διοίκησης
Ύστερα από τη μεγάλη μεταρρυθμιστική τομή του 1982, το ισχύον στην Ελλάδα σύστημα διοίκησης των ΑΕΙ έχει προσαρμοσθεί επιτυχώς στη συνταγματική επιταγή του άρθ. 16§5 για «πλήρη αυτοδιοίκηση». Η αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ διαδέχθηκε με τρόπο εποικοδομητικό το προϊσχύσαν, άκρως ιεραρχικό πρότυπο διοίκησης αποκλειστικά από καθηγητές κατόχους της περίφημης έδρας. Το αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ, μαζί με την ακαδημαϊκή ελευθερία, επέτρεψαν ύστερα από τη Μεταπολίτευση μία πρωτόγνωρη άνθηση των επιστημών και της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Το αυτοδιοίκητο έχει εμπεδωθεί στον ακαδημαϊκό πολιτισμό της χώρας μας, χάρη σε όργανα ευρείας σύνθεσης με γενικό τεκμήριο αρμοδιότητας, με μέλη αιρετά και με θητεία κατά κανόνα ενιαύσια (Γενική Συνέλευση Τομέα και Τμήματος, Σύγκλητος).Χωρίς πειστική επιχειρηματολογία κρίνεται αφοριστικά από την Κυρία Υπουργό ότι το σύστημα αυτοδιοίκησης του Πανεπιστημίου έχει καταστεί απαρχαιωμένο. Φαινόμενα σποραδικά και μεμονωμένα παρουσιάζονται περίπου ως γενικευμένη καθημερινή κατάσταση: φαινόμενα βίας, κομματισμού και ευνοιοκρατίας, καθώς και διαφωνίες των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας. Αλλά τέτοια φαινόμενα χαρακτηρίζουν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό και το ίδιο το πολιτικό σύστημα της χώρας, χωρίς ωστόσο να διανοηθεί κανείς να προτείνει στα σοβαρά την κατάργηση της δημοκρατίας!
Με την παραπάνω αυθαίρετη αφετηρία το σχέδιο νόμου εισηγείται ένα αντιδημοκρατικό σχήμα διοίκησης. Αυτό προσιδιάζει σε εταιρία ή ΔΕΚΟ και πάντως όχι σε αυτοκυβερνώμενη κοινότητα ίσων και ελεύθερων ακαδημαϊκών συναδέλφων (κυριολεκτικά collegium), που συναποφασίζουν για τις κοινές υποθέσεις με γνώμονα το γενικό συμφέρον της κοινωνίας πριν απ’ όλα για μόρφωση των παιδιών της. Προτείνει απερίφραστα συγκεντρωτική και ολιγομελή διοίκηση του Πανεπιστημίου. Με μακράς χρονικής διάρκειας θητείες, χωρίς καμία δυνατότητα ελέγχου της κορυφής από τα μέλη και τις συνιστώσες της πανεπιστημιακής κοινότητας και δίχως θεσμικά αντίβαρα στο κυοφορούμενο σύστημα ανέλεγκτης εξουσίας. Ο καθείς γνωρίζει, ωστόσο, ότι ο συνδυασμός αυτών των γνωρισμάτων υποθάλπει εξ αρχής την πιθανότητα συστηματικής αυθαιρεσίας, νεποτισμού, συναλλαγής και μισαλλόδοξης άσκησης της εξουσίας.
α) Το Συμβούλιο του ΙδρύματοςΠροτείνεται ένα ολιγαρχικό όργανο διοίκησης, παντοδύναμο λόγω αυξημένων αρμοδιοτήτων (στο μακροσκελέστατο άρθρο 8). Σ’ αυτό θα μετέχουν 7 μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας άμεσα εκλεγμένα από τους καθηγητές του Ιδρύματος και μόνον αυτούς. Καμία πρόνοια δεν λαμβάνεται για αντιπροσωπευτικότητα του σώματος αυτού κατά Σχολή. Ελλοχεύει έτσι ο πραγματικός κίνδυνος τα εκλεγμένα μέλη του Συμβουλίου να προέρχονται μονάχα από το απείρως πολυπληθέστερο Τμήμα ενός ΑΕΙ, δηλ. αυτό της Ιατρικής! Ως προσόν εκλογιμότητας ορίζεται ότι οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν «διοικητική εμπειρία στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα». Με αντιφατικό τρόπο, όμως, σε άλλο σημείο του νομοσχεδίου, απαγορεύεται –και ορθώς– σε καθηγητές πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης να μετέχουν με οποιονδήποτε τρόπο σε
ιδιωτικές εταιρίες. Τι είδους καθηγητές λοιπόν θα μπορεί να είναι υποψήφιοι για το Συμβούλιο αυτό; Προφανώς μόνο καθηγητές «πλήρους απασχόλησης», οι οποίοι ασκούν παράλληλα ελεύθερο επάγγελμα ή μετέχουν ευθέως σε διοίκηση ιδιωτικών επιχειρήσεων, π.χ. ιδιωτικών κλινικών.Στο Συμβούλιο αυτό θα μετέχει επίσης ίσος αριθμός ατόμων (7), που προέρχονται
έξωθεν της πανεπιστημιακής κοινότητας. Ήδη εδώ εντοπίζεται μία εξόφθαλμη παραβίαση της συνταγματικής απαίτησης για «πλήρη αυτοδιοίκηση» του Πανεπιστημίου. Κάποιοι θα συγκυβερνούν την πανεπιστημιακή κοινότητα, θα συννομοθετούν μάλιστα κανονιστικά κείμενα, μολονότι εξωτικοί και παντελώς άσχετοι προς αυτή, χωρίς να εκλέγονται με άμεση εκλογή από αυτή και δίχως να λογοδοτούν σ’ αυτήν! Η συνταγματική παρεκτροπή καθίσταται ακόμη πιο ανυπόφορη, επειδή το Συμβούλιο αυτό θα διαθέτει εξαιρετικά αποφασιστικές αρμοδιότητες κάθε είδους. Σημειωτέον ότι ο Πρόεδρος και ο αναπληρωτής του σ’ αυτό το Συμβούλιο θα είναι μονάχα
εξωτερικά μέλη του. Καλόπιστος αναγνώστης πείθεται ότι πρόκειται ξεκάθαρα για
σύστημα ετεροδιοίκησης και όχι βέβαια «πλήρους αυτοδιοίκησης» του Πανεπιστημίου.Το Συμβούλιο δεν θα ελέγχεται από τη Σύγκλητο του Ιδρύματος ούτε θα λογοδοτεί σ’ αυτή. Η θητεία των μελών του μπορεί να εκτείνεται έως 12 χρόνια (δύο εξαετίες)! Αλλά τόσο μακρά παραμονή σε όργανο αποφασιστικής άσκησης εξουσίας αποτελεί φυτώριο συναλλαγής, διαφθοράς και αυταρχισμού. Το Συμβούλιο συγκεντρώνει αρμοδιότητες: α)
επιτελικές, όπως η στρατηγική και η ερευνητική πολιτική του Ιδρύματος, β)
διοικητικές, όπως η εποπτεία του Ιδρύματος, γ)
οικονομικές, όπως η έγκριση προϋπολογισμού, αλλά και δ)
κανονιστικές, όπως η κατάρτιση του Οργανισμού του Ιδρύματος και η έγκριση του Εσωτερικού Κανονισμού του. Ως προς το τελευταίο σημείο λανθάνει και πάλι μία εσωτερική αντίφαση του νομοσχεδίου, διότι οι δύο αυτές κανονιστικές αρμοδιότητες κατά σύγχυση αρμοδιοτήτων φαίνεται να ανατίθενται και στον Πρύτανη!Τι είδους όργανο προορίζεται να είναι το ομιχλώδες αυτό Συμβούλιο; Θα είναι όργανο εποπτικό; Αλλά τα ΑΕΙ τελούν κατά το Σύνταγμα «υπό την εποπτεία του Κράτους» (άρθ. 16§5), δηλαδή του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργείου. Η αρμοδιότητα αυτή δεν μπορεί να εκχωρείται στα ίδια τα ΑΕΙ, πολύ λιγότερο σε κάποιο Συμβούλιο, διότι έτσι το Ίδρυμα θα συγκέντρωνε τις ιδιότητες του ελέγχοντος και του ελεγχόμενου. Το Συμβούλιο τούτο θα έχει εκτός από εκτελεστικές και κανονιστικές αρμοδιότητες. Αλλά κι αυτό επίσης αντιβαίνει στο Σύνταγμα, αφού τα μέλη του που δεν είναι πανεπιστημιακά πρόσωπα, αλλά ιδιώτες, δεν μπορούν να συμπράττουν σε θέσπιση κανόνων για αυτοδιοικούμενο νομικό πρόσωπο
δημοσίου δικαίου. Με ποια νομιμοποίηση λοιπόν, με ποια γνωστική ή άλλη αρμοδιότητα πρόσωπα
άσχετα προς την ανώτατη εκπαίδευση (π.χ. οικονομικοί παράγοντες, πολιτευτές, δήμαρχοι, μητροπολίτες) θα συναποφασίζουν για ζητήματα που αγνοούν βαθύτατα, όπως η στρατηγική ανάπτυξη του Πανεπιστημίου, η έγκριση προγραμματικής συμφωνίας με την πολιτεία, ο προϋπολογισμός, ο Εσωτερικός Κανονισμός του, η επιλογή Πρύτανη;
β) Η ΣύγκλητοςΤυπικά διατηρείται, αλλά εντελώς αποψιλωμένη από κρίσιμες αρμοδιότητες, αφού αυτές έχουν μεταφερθεί στο Συμβούλιο του Ιδρύματος (άρθ. 8). Αποτελεί πλέον διακοσμητικό όργανο, που περιορίζεται στο να εκφέρει μη δεσμευτική, απλή –όχι σύμφωνη– γνώμη!
γ) Ο ΠρύτανηςΕίναι μονοπρόσωπο όργανο, εξοπλισμένο με γενικό τεκμήριο αρμοδιότητας (άρθ. 8)! Μπορεί να υπηρετήσει δύο τετραετείς θητείες, δηλαδή 8 χρόνια. Δεν αναδεικνύεται πια από την πανεπιστημιακή κοινότητα με γενικές εκλογές. «Επιλέγεται» από τριμελή επιτροπή, την οποία ορίζει το Συμβούλιο του Ιδρύματος, μετά από
διεθνή πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Εν παρόδω, αναρωτιέται κανείς μήπως η πρόσκληση αυτή θα απευθύνεται σε όλες τις χώρες του κόσμου αδιακρίτως. Οπότε ενδεχομένως γεννάται και ένα πρόβλημα γλωσσικής συνεννόησης του επίδοξου Πρύτανη με αυτούς που πρόκειται να διοικήσει, πιθανώς μέσω διερμηνέως! Η αρμοδιότητα επιλογής του ανήκει πάντως στο Συμβούλιο, με ανέλεγκτη απόφαση του τελευταίου. Στη Σύγκλητο απομένει απλώς η έκφραση «γνώμης» ως προς τα πρόσωπα των υποψηφίων για τη θέση του Πρύτανη. Η υπόλοιπη ακαδημαϊκή κοινότητα κρατείται θεσμικά χωρίς φωνή και λόγο για την ανάδειξη του «ηγέτη» της.Εδώ τριπλό είναι το πλήγμα που καταφέρεται στο συνταγματικά κατοχυρωμένο αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ. α) Ο Πρύτανης μπορεί να μην ανήκει καν στην ακαδημαϊκή κοινότητα της οποίας θα προΐσταται. Θα διοικεί ακαδημαϊκή κοινότητα την οποία αγνοεί, όπως κι εκείνη αγνοεί τον ίδιο. Και μάλιστα χωρίς καν να αποκτά την ιδιότητα του δημόσιου λειτουργού. β) Παύει να εκλέγεται από αυτούς που –υποτίθεται ότι θα– εκπροσωπεί. γ) Από σύμβολο της ακαδημαϊκής κοινότητας ο Πρύτανης μετατρέπεται σε διευθύνοντα σύμβουλο. Πιθανώς
και σε αστυνόμο του πνεύματος, εάν αναλογισθεί κανείς ότι έχει την αρμοδιότητα να κατανέμει και να ανακατανέμει τις θέσεις καθηγητών από Σχολή ή Τμήμα σε άλλη ακαδημαϊκή μονάδα του Ιδρύματος, χωρίς κανέναν απολύτως περιορισμό (άρθ. 16§3 του νομοσχεδίου)! Κατ’ ουσίαν ο Πρύτανης διαθέτει και δικαίωμα απόλυσης καθηγητών, σαν να πρόκειται για
αφεντικό του Ιδρύματος. Άραγε, ποια ακαδημαϊκή ελευθερία απομένει να απολαύουν εφεξής οι καθηγητές, όταν θα επικρέμαται στο κεφάλι τους τέτοιο φόβητρο για την ίδια τη θέση τους; Εν προκειμένω, επομένως, διαγράφεται ο πρωτοφανής κίνδυνος προγραφών εις βάρος συναδέλφων μας, ιδίως με κριτήρια ιδεολογικά.
δ) Η ΣχολήΣτην πραγματικότητα προβλέπονται θεσμικά τρεις ξεχωριστές Σχολές, καίτοι παράλληλες (άρθ. 9,12,13 του νομοσχεδίου), που προφανώς θα διεκδικούν τους ίδιους –περιορισμένους βεβαίως– χώρους στέγασης για τις διακριτές δραστηριότητές τους! Σε περίοδο οξύτατης οικονομικής κρίσης ιδρύεται μία υπερδιογκωμένη γραφειοκρατική δομή, η υλοποίηση της οποίας θα αποβεί εξαιρετικά δαπανηρή και πρακτικά παραλυτική.Και εδώ επίσης αφαιρείται το τεκμήριο αρμοδιότητας από τη Γενική Συνέλευση της Σχολής, αφήνοντας σ’ αυτή μονάχα γνωμοδοτικές αρμοδιότητες, όπως και από τη Σύγκλητο. Τεκμήριο αρμοδιότητας έχει ένα ολιγομελές όργανο, η Κοσμητεία, με πολύ αποφασιστικές αρμοδιότητες κιόλας (command and control). Τέτοιες είναι: ο προγραμματισμός θέσεων καθηγητών, ορισμός επιτροπών κρίσης καθηγητών, αξιολόγηση του διδακτικού έργου, έγκριση προγραμμάτων σπουδών που εκπονούνται από «επιτροπές» τις οποίες συγκροτεί η Κοσμητεία και όχι από τα επί μέρους Τμήματα! Σημειωτέον ότι ο άνωθεν καθορισμός της εκπαιδευτικής και ερευνητικής πολιτικής για ολόκληρη τη Σχολή από την Κοσμητεία –όπως και από το Συμβούλιο του Ιδρύματος κεντρικά– παραβιάζει ευθέως την ακαδημαϊκή ελευθερία και την ελευθερία της έρευνας, νοούμενες ως ατομικό δικαίωμα καθενός διδάσκοντος.Η θητεία του Κοσμήτορα μπορεί να είναι επίσης 4χ2= 8 έτη. Κοσμήτορας εκλέγεται όχι από τα μέλη των επί μέρους Τμημάτων της Σχολής με άμεση εκλογή, όπως θα ήταν πρέπον, αλλά από το Συμβούλιο του Ιδρύματος (άρθ. 9). Δηλαδή «επιλέγεται» όχι μόνον
άνωθεν, αλλά και
από άσχετους προς τη Σχολή και τις επιστήμες που αυτή καλλιεργεί, και πάλι κατά κατάφωρη παραβίαση του αυτοδιοίκητου, αυτή τη φορά σε επίπεδο Σχολής. Εναλλακτικά το κείμενο του νομοσχεδίου προβλέπει κάτι ακόμη πιο εξοργιστικό. Δηλαδή η εκλογή του Κοσμήτορα να γίνεται
προσωπικά και ανεξέλεγκτα από τον Πρύτανη, ο οποίος ορίζει επιτροπή που θα προεπιλέξει τους τρεις επικρατέστερους υποψηφίους! Σαν να είναι ο Κοσμήτορας τοποτηρητής ανά Σχολή του εκάστοτε Πρύτανη και της πολιτικής που ο τελευταίος εννοεί να επιβάλλει εκ των άνω και έξωθεν, εν σχέσει προς τα θεσμικώς άβουλα και άφωνα μέλη ΔΕΠ των Τμημάτων σε κάθε Σχολή.
ε) ΤμήμαΗ Γενική Συνέλευση του Τμήματος καταντά σκιά του εαυτού της, με αρμοδιότητες ασήμαντες (άρθ. 10). Αντίθετα ισχυροποιείται η θέση του Προέδρου του Τμήματος, αφού αυτός θα συμμετέχει στην Κοσμητεία για 2 χρόνια, δρώντας εν δυνάμει και πάλι ανεξέλεγκτα από τη Γενική Συνέλευση του Τμήματος. Η τελευταία δεν θα έχει καν αρμοδιότητα να συντάξει προπτυχιακό ή μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών για το Τμήμα (άρθ. 10 και 38 του νομοσχεδίου) ή να συγκροτεί επιτροπές κρίσης των καθηγητών του Τμήματος! Αυτά ανήκουν πλέον στην πανίσχυρη Κοσμητεία της Σχολής. Εδώ καταλύεται πλήρως η συνταγματική απαίτηση για πλήρη αυτοδιοίκηση σε επίπεδο Τμήματος, διενεργούμενη από τους ίδιους τους καθηγητές του Τμήματος και για κρίσιμες υποθέσεις
του ίδιου του Τμήματος. Όσο για το αληθινό κύτταρο της ακαδημαϊκής ζωής, τον Τομέα ομοειδών γνωστικών αντικειμένων σε κάθε επί μέρους Τμήμα, όπως τον γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, παύει αναιτιολόγητα να έχει οποιαδήποτε θεσμική υπόσταση.
στ) Νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου για αξιοποίηση της περιουσίας ΑΕΙΣπουδαίο πρόβλημα εγείρει το ότι εν μέρει ή και εν όλω (!) η περιουσία των ΑΕΙ, δηλαδή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, μολονότι ταγμένη για την εξυπηρέτηση
δημόσιων σκοπών, κατ’ ουσίαν εκφεύγει του δημόσιου ελέγχου. Στο ίδιο άρθρο (59) διαφαίνεται
ασαφώς ότι σε αυτό το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ανατίθεται
γενικά η διαχείριση –όλων άραγε;– των πόρων του Ιδρύματος, περιλαμβανομένων και των κονδυλίων επιστημονικής έρευνας και αναπτυξιακών προγραμμάτων.Το άρθρο περιέχει αόριστη και επικίνδυνη νομοθετική εξουσιοδότηση, αφού εναπόκειται σε προεδρικό διάταγμα να αναθέσει σ’ αυτό το ΝΠΙΔ πληθώρα οικονομικών αρμοδιοτήτων, στενά συνυφασμένων με εκπαιδευτικές, κοινωνικές ή ερευνητικές υπηρεσίες του Ιδρύματος, καθώς και με διοργάνωση προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης. Και εδώ επίσης φαίνεται ότι ορισμένο όργανο, χωρίς
δημοκρατική νομιμοποίηση πάλι, αποφασίζει
ετερόνομα, επιβάλλοντας ποικίλες και πολύ δεσμευτικές υποχρεώσεις σε μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας. Όπως συνήθως, στο νομοσχέδιο αυτό, παρεκτός από το αυτοδιοίκητο, προσβάλλεται συνάμα και η ακαδημαϊκή και ερευνητική ελευθερία τους.ΙΙ. Θεσμικά απροστάτευτο το πανεπιστημιακό προσωπικό
α) ΚαθηγητέςΤο νομοσχέδιο προβλέπει περιέργως εξέλιξη του αναπληρωτή καθηγητή «με κλειστή διαδικασία», χωρίς πιθανούς συνυποψήφιους. Τούτο όμως απάδει στη γενική αρχή δημοσίου δικαίου, ότι οι δημόσιες θέσεις δέον να είναι ανοιχτές σε όσους διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα. Οι βαθμίδες περιορίζονται στις τρεις ανώτερες. Αντί του λέκτορα ή του διδάσκοντος με βάση το ΠΔ 407 εισάγεται ένας υβριδικός θεσμός συμβασιούχου επιστήμονα, με διδακτικά μόνον καθήκοντα, το πολύ για 5 χρόνια. Χωρίς καμία προοπτική εξέλιξης, ο ενδιαφερόμενος δεν θα έχει και σοβαρό κίνητρο να δεσμευτεί σε τόσο προσωρινή απασχόλησή του στο Πανεπιστήμιο.Για λόγους οικονομικούς την τελευταία διετία έχει ήδη επέλθει σύντμηση των 3Ομελών εκλεκτορικών σωμάτων κρίσης μελών ΔΕΠ σε μόλις 15μελή. Με το προωθούμενο νομοσχέδιο το σώμα αυτό γίνεται μόλις πενταμελές, εκ των οποίων δύο μόνο μέλη θα ανήκουν στη Σχολή (άρθ. 26). Με τόσο ολιγομελή σύνθεση ανακύπτει μέγας κίνδυνος χειραγώγησης των κριτών από την ηγεσία του Ιδρύματος ή της Σχολής, καθώς και από ομάδες συμφερόντων που θα λειτουργήσουν στα διάκενα του αδιαφανούς συστήματος εξουσίας που προωθείται με το νομοσχέδιο στο Πανεπιστήμιο. Η κρίση των υποψηφίων δεν θα γίνεται σε δημόσια συνεδρίαση, αλλά εν κρυπτώ, με θεσμική αναπηρία της Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος, χωρίς καμία συμβολή ή λόγο πάνω σε θέμα αμιγώς ακαδημαϊκό. Στο Τμήμα απλώς θα ανακοινώνεται εκ των υστέρων αν κάποιος τελικά εκλέχθηκε ή προάχθηκε, ερήμην του Τμήματος. Σε αντιστάθμισμα αυτού του θεσμικού ακρωτηριασμού, το νομοσχέδιο προνοεί οι υποψήφιοι για την υπό πλήρωση θέση να παρουσιάζονται ενώπιον όλων των καθηγητών της Σχολής για επίσκεψη γνωριμίας!Η προτεινόμενη ρύθμιση προδίδει μία ταπεινωτική εμπάθεια απέναντι στους Έλληνες πανεπιστημιακούς δασκάλους, κρίνοντάς τους εκ προοιμίου και συλλήβδην ύποπτους να διαχειρισθούν τις σχετικές κρίσεις με την προσήκουσα αντικειμενικότητα. Ακόμη και οι μόνιμοι καθηγητές θα υπόκεινται σε περιοδική διαδικασία ατομικής αξιολόγησης ως προς το έργο τους από επιτροπές διεθνούς σύνθεσης. Αλλά ατομική αξιολόγηση καθενός μέλους ΔΕΠ ήδη γίνεται κατά την κρίση του πανεπιστημιακού δασκάλου από τη μία βαθμίδα στην άλλη, με τα κριτήρια του νόμου. Επιπρόσθετη διαδικασία ατομικής αξιολόγησης και μάλιστα περιοδική θυμίζει τον αλήστου μνήμης θεσμό του επιθεωρητή μέσης εκπαίδευσης. Υπερακοντίζει μάλιστα κι αυτόν τον θεσμό του επιθεωρητή, διότι εις βάρος του (κρινόμενου ως ανεπαρκούς) καθηγητή-δημόσιου λειτουργού προβλέπονται τώρα αρχικά οικονομικές κυρώσεις και τελικά απόλυσή του (άρθ. 18)! Και νέο έρεισμα λοιπόν παρέχεται για
πιθανή αστυνόμευση του πνεύματος και χειραγώγηση των συνειδήσεων διά του φόβου των διδασκόντων στα Πανεπιστήμια.
β) Ειδικό εκπαιδευτικό και ερευνητικό προσωπικόΠροτείνεται ως υποκατάστατο του παλαιού επιστημονικού συνεργάτη, κάτι αληθινά απαραίτητο (άρθ. 29). Ωστόσο αφήνεται θολό αν θα είναι μόνιμοι και πώς θα επιλέγονται.
γ) Γραμματέας του ΑΕΙΜε θητεία 4+4 έτη, οπότε κατόπιν αποχωρεί (άρθ. 29). Και εδώ επίσης η ρύθμιση μαρτυρεί προαντίληψη των συντακτών του νομοσχεδίου, ότι το πανεπιστημιακό προσωπικό στο εξής θα είναι περίπου
αναλώσιμοι άνθρωποι, άρα ευχειραγώγητοι διά του φόβου της προσωρινότητας ή της απώλειας της θέσης τους.ΙΙΙ. Κατάργηση της σύνδεσης ανάμεσα σε Τμήμα και ορισμένη επιστήμηΕξίσου ανησυχητικό είναι να καταστούν οι Σχολές καθοριστική ακαδημαϊκή μονάδα. Και μάλιστα εις τριπλούν: Σχολή προπτυχιακή, Σχολή μεταπτυχιακή, Σχολή διά βίου μάθησης. Οι φοιτητές και οι φοιτήτριες θα εισάγονται σε Σχολή και όχι σε Τμήμα. Η Σχολή και όχι Τμήμα θα απονέμει πτυχίο. Για μεταπτυχιακές σπουδές και εκπόνηση διδακτορικής διατριβής –σε εποχή ισχνών αγελάδων– ιδρύεται άλλη
Περισσότερα... »