Η Ηρώ και ο Βασίλης.
Α΄. ο Βασίλης.
Οι μετακινήσεις πληθυσμών είναι στην ιστορία σύνηθες φαινόμενο. Από αυτές τις μετακινήσεις διευρύνονται ή συρρικνώνονται κράτη. Από τα αρχαία ακόμα χρόνια βλέπουμε να υπάρχουν οι αποικίες, διαφόρων εθνοτήτων για να μην σταματήσουμε μόνο στα Ελληνικά σύνορα. Η τελευταία για τους Έλληνες, μετακίνηση είναι εκείνη που ακολούθησε την Μικρασιατική καταστροφή. Δεν ήταν τυχαία, αφού η πλειονότητα κατοίκησε στην βόρειο χώρα, εκεί που εξεδιώχθησαν οι βούλγαροι. Εκείνη την εποχή, στις αποβάθρες των λιμανιών ήσαν και πολλοί εκείνοι που δεν επιβιβαζόντουσαν στα πλοία με προορισμό την Πατρίδα, αλλά περίμεναν τα αμερικάνικα υπερωκεάνια. Με αυτόν τον τρόπο άρχισε να δημιουργείτε η Ελληνική παροικία της Αμερικής, η μεγαλύτερη σήμερα ελληνική κοινότητα, αλλά όχι η μοναδική. Στην Αυστραλία, στον Καναδά, υπάρχουν εξ’ ίσου σημαντικές παροικίες. Αλλά και οι υπάρχουσες ήδη στην Αφρικανική ήπειρο, ενισχύθηκαν με νέους πάροικους προερχόμενους από τα χώματα της Μικρασίας.
Ακολούθησε το μεταπολεμικό μεταναστευτικό κύμα, προς την Ευρώπη την Γερμανία την Αυστραλία, αλλά αυτό δεν μας αφορά, αφού η ιστορία που περιγράφεται παρακάτω, ξεκινά από τα ιδρύματα της Πόλης.
Εκείνα τα ιδρύματα που η φιλανθρωπία ορισμένων οικονομικά εύρωστων πατριωτών τα συντηρούσε, για αν υποδέχονται τα ορφανά του πολέμου, αλλά και τα πολλά εγκαταλειμμένα από τις μανάδες που δεν είχαν τρόπο να τα μεγαλώσουν.
Όσο ο πόλεμος συνεχιζότανε, και οι εύποροι λιγόστευαν, τα έσοδα λιγοστεύανε, η λύση ήταν, τα παιδιά να μεταφερθούν στην Πατρίδα, αλλά δεν υπήρχε πάντα η οικονομική δυνατότητα. Έτσι τα παιδιά ταξιδεύανε πολλές φορές σε άλλους τόπους που οι Ελληνικές παροικίες ευημερούσαν και διατηρούσαν ορφανοτροφεία, για φιλοξενηθούν σε αυτά τα ιδρύματα.
Σε ένα από αυτά τα ιδρύματα, που έπρεπε να εξασφαλίσει τα έξοδα λειτουργίας του, που δεν ήταν και εύκολη υπόθεση, λειτουργούσε Δημοτικό σχολείο (βασική εκπαίδευση), με αποσπασμένους από την Ελλάδα δασκάλους. Η πηγή των εσόδων του, εκτός από τις προσφορές που κατά καιρούς κάνανε οι φιλάνθρωποι πάροικοι, ήταν και τα δίδακτρα και τα τροφεία που καταβάλανε οι γονείς των οικότροφων. Διότι εκτός από ορφανοτροφείο λειτουργούσε και ως οικοτροφείο. Έτσι υπήρχαν σε αυτό δύο κατηγορίες παιδιών, οι τρόφιμοι και οι οικότροφοι. Αγόρια και κορίτσια που αντάμωναν μόνο στην αίθουσα διδασκαλίας. Και εκεί ήταν χωρισμένα σε δυο διαφορετικές σειρές τα θρανία, όπως και στο συσσίτιο, η αίθουσα ήταν και εδώ χωρισμένη στα δύο, το δε φαγητό δεν ήταν κοινό. Μαθαίνανε τα παιδιά από μικρά πως άνηκαν σε διαφορετικές ομάδες.
Ορισμένοι από τους εύπορους παροίκους, αναλαμβάνανε τα έξοδα και την κηδεμονία πολλές φορές ορφανών. Εκείνα τα παιδιά ήταν σχετικά προνομιούχα, σε σχέση με τα υπόλοιπα που δεν τα αναλάμβανε κανείς. Είχαν κατά καιρούς δωράκια και επισκεπτήριο, και τις πολυήμερες διακοπές μετέβαιναν στο σπίτι του ευεργέτη κηδεμόνα τους.
Ένας από αυτούς τους προύχοντες της Ελληνικής παροικίας ήταν ο Κυριάκος Μπαλωμένος. Επιχειρηματίας με δύο εργοστάσια, ένα παρασκευής πλακιδίων και ένα κατασκευής μηχανημάτων, κυρίως αντλιών νερού και απορροφητήρων. Την έδρα του την είχε και στο κέντρο της πιάτσας, όπου διατηρούσε συνεργείο τοποθετήσεως και συντηρήσεως αντλιών στις πολυκατοικίες, από όπου επεκτάθηκε και έκαμε τα εργοστάσια του. Είχε τρία παιδιά, δύο αγόρια το Αλέξανδρο και τον Αριστοτέλη, και ένα κορίτσι την Ηρώ, ήταν χήρος η γυναίκα του είχε πεθάνει στην τελευταία γέννα μαζί με το παιδί. Από τότε ο Κυριάκος Μπαλωμένος, άρχισε τις φιλανθρωπίες και ξόδευε αρκετά χρήματα να βοηθά ορφανά παιδιά, τα οποία προσελάμβανε στις επιχειρήσεις του ως εργάτες, και εκείνα υποχρεωμένα τον κοιτάζανε ως ευεργέτη τους.
Παραμονές Χριστουγέννων του 1954, ο Κυριάκος Μπαλωμένος, επισκέφτηκε το ίδρυμα, να παραλάβει την κόρη του, που ζούσε ως οικότροφος, για τις διακοπές των εορτών. Μαθήτρια της πέμπτης τάξεως, η Ηρώ σε όλη την διάρκεια της διαδρομής μέχρι το σπίτι, μιλούσε συνέχεια για ένα αγόρι τον Βασίλη, πόσο καλός ήταν στα μαθηματικά και πως κρυφά την βοηθούσε και τις έλυνε τις ασκήσεις. Ακόμα πόσο αδύναμος ήταν και πόσο τον κυνηγούσαν οι παιδονόμοι του ιδρύματος. Ο Κυριάκος Μπαλωμένος, άκουγε με προσοχή, και θέλοντας να δώσει ένα τέλος στον ενθουσιασμό του παιδιού του, υποσχέθηκε την άλλη μέρα να πάει να το γνωρίσει.
την επομένη αφού είχε συνεννοηθεί τηλεφωνικά με τον διευθυντή του ιδρύματος, έφτασε μετά το μεσημέρι στο ορφανοτροφείο. Μόλις πληροφορήθηκε την άφιξη του, ο σχολάρχης έσπευσε να τον υποδεχθεί και να τον περάσει στο γραφείο του.
-καλώς τον, καλώς το κύριο Κυριάκο,
-καλημέρα σας, ασφαλώς και ξέρετε πως ο χρόνος μου είναι λίγος,
-ναι, ναι ξέρω απήντησε, αλλά θέλω να σας προϊδεάσω για κάτι,
-δεν χρειάζεται, προτιμώ να έχω ιδία αντίληψη, μπορείτε να μου φωνάξετε το παιδί αυτό να το γνωρίσω;
-γιατί δεν ενδιαφέρεστε για κάποιο άλλο παιδί, που να αξίζει την συμπάθεια και την φροντίδα σας, αυτό είναι απροσάρμοστο, άτακτο, ανυπάκουο και πολύ αυθάδικο. . .
-παρακαλώ μην συνεχίζετε, θέλω να το δώ τώρα, τον διέκοψε απότομα.
Ο σχολάρχης μην μπορώντας να φέρει άλλες αντιρρήσεις κτύπησε το κουδούνι στο γραφείο του, και πρόσταξε το κλητήρα που παρουσιάστηκε να του φέρει αμέσως τον Ράπτη. Σε λίγα λεπτά φάνηκε το αγόρι στην πόρτα.
-με φωνάξατε; Ρώτησε άφοβα και μάλλον ειρωνικά
-ζήτησε να σε δει ο κύριος Κυριάκος, να σου κάνει επισκεπτήριο.
Ο κύριος Κυριάκος γύρισε και κοίταξε το παιδί και σοκαρίστηκε. Δεν φόραγε παπούτσια αλλά τσόκαρα, δύο κομμάτια ξύλα που είχε καρφώσει ένα κομμάτι από ζωστήρα και τα έδενε πίσω από την φτέρνα μα σπάγκο. Το παντελόνι του ήταν κοντό παρά το κρύο που επικρατούσε, και με μια ζακέτα μάλλινη προσπαθούσε να ζεστάνει το κορμάκι του.
-παρακαλώ, θέλω να μείνω μόνος με τον μικρό, είπε στο διευθυντή σε τόνο που δεν σήκωνε αντίρρηση.
-περάστε στην διπλανή αίθουσα, απήντησε εκείνος σαστισμένος.
Μόλις περάσανε στην διπλανή αίθουσα, που ήταν ο χώρος αναμονής του διευθυντικού γραφείου, έκατσε σε μια καρέκλα ο Κυριάκος Μπαλωμένος, προσκάλεσε το Βασίλη να κάτσει δίπλα του. Εκείνος απόρησε
-μου λέτε να κάτσω;
-ναι παιδί μου, κάτσε δίπλα μου να μιλήσουμε
-και τι έχουμε να πούμε;
-κάτι θα βρεθεί, έλα κάτσε να γνωριστούμε. Άπλωσε το χέρι του
Ο Βασίλης πλησίασε έκατσε στην διπλανή καρέκλα από τον επισκέπτη του και το κοίταξε στα μάτια.
-λοιπόν;
-λοιπόν, εμένα με λένε κύριο Κυριάκο
-ωραία τον διέκοψε, και μένα με λένε κύριο Βασίλη, παρακάτω
Ο Κυριάκος Μπαλωμένος χαμογέλασε,
-χάρηκα πολύ κύριε Βασίλη, θέλεις να κάνουμε μερικές συμφωνίες μεταξύ κυρίων;
Σαν τι είδους συμφωνίες μπορούμε να κάνουμε οι δύο μας; Απόρησε ο Βασίλης
-ξέρω πως πηγαίνεις στην έκτη τάξη, το καλοκαίρι θα πρέπει να φύγεις από εδώ που θα πάς; Θέλεις θα σε φροντίσω εγώ; Θέλεις να είμαι ο κηδεμόνας σου;
-δηλαδή;
-θα σε πάρω μαζί μου, θα σου βρώ δουλειά και θα έχεις δικό σου δωμάτιο να μένεις, ρούχα καλά και φαγητό μαγειρεμένο, θα κάνεις παρέα με τα παιδιά μου, έχω δύο αγόρια πιο μεγάλα από σένα και την Ηρώ που την γνωρίζεις. Θα φροντίσω να βάλεις παπούτσια στα πόδια σου,
-τα παπούτσια αυτά τον έκοψε ο μικρός, τα έφτιαξα μόνος μου.
-θα πάρεις καινούργια καθαρά και καλά ρούχα, και ώσπου να τελειώσει η χρονιά θα έχουμε γνωριστεί καλά, τι λες λοιπόν κύριε Βασίλη;
-Βασίλη, με λένε όχι κύριο, είπε το αγόρι και σηκώθηκε να φιλήσει το χέρι του Κυριάκου Μπαλωμένου, εκείνος δεν το άφησε
-παπάς είμαι παιδάκι μου; πες μου μόνο αν θέλεις και την αγάπη σου μου την δείχνεις με τις πράξεις σου, αν είσαι φρόνιμος και αλλάξεις την διαγωγή και την συμπεριφορά σου, θα με κάνεις υπερήφανο, θα ξέρω πως δεν κάνω λάθος, θέλω όμως την υπόσχεση σου σαν άντρας προς άντρα, και οι άντρες κρατάνε τις υποσχέσεις τους, είμαστε σύμφωνοι;
Το παιδί έγνεψε καταφατικά, ήθελε να δακρύσει αλλά κρατιόταν, γιατί οι άνδρες δεν κλαίνε, όσο κι αν πονάνε. Τον πείρε από το χέρι ο Κυριάκος Μπαλωμένος και προχώρησε προς το γραφείο του σχολάρχη.
-από σήμερα αναλαμβάνω εγώ την κηδεμονία του κυρίου Βασίλη, είπε και χαμηλοκοίταξε προς το παιδί, για ότι χρειάζεται θα συνεννοείστε μαζί μου, θα το πάρω σήμερα το παιδί για τις διακοπές των Χριστουγέννων και θα επανέλθει όταν αρχίσουν τα μαθήματα.
-είστε σίγουρος πως το θέλετε αυτό; Ρώτησε ο διευθυντής
-ασφαλώς και πάντα ξέρω τι αποφασίζω, και στρεφόμενος προς τον προστατευόμενο του πλέον, -Βασίλη πάρε τα πράγματα σου να φύγουμε, και ο Βασίλης για άλλη μια φορά τον άφησε άφωνο λέγοντας –ποια πράγματα, δεν έχω τίποτε.
-τι θα πει ο Δεσπότης; Επέμενε ο σχολάρχης
-αν θέλει να πει κάτι να περάσει από το σπίτι μου όποτε νομίζει, μου επιτρέπετε; Ρώτησε σε τόνο που δεν σήκωνε αντίρρηση πλησιάζοντας το τηλέφωνο, σχημάτισε έναν αριθμό και παρήγγειλε «Η Χρύσα και ο Μιχάλης να πάνε στο γραφείο και να περιμένουν».
Τέλος στράφηκε στον Βασίλη «πάμε παιδί μου;».
Αμίλητος ο Βασίλης, ακολούθησε τον Κυριάκο Μπαλωμένο στο αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο έξω από την είσοδο. Έκατσε υπομειδιώντας στην θέση του συνοδηγού που του πρότεινε ο ευεργέτης του. Μετά από αρκετή ώρα φθάσανε στο συνεργείο των αντλιών. Ήτανε παραμονή Χριστουγέννων. Τους περίμενα εκεί η Χρύσα και ο Μιχάλης. Ο Κυριάκος Μπαλωμένος, σύστησε το παιδί στους ανθρώπους του,
-ο κύριος Βασίλης, είπε χαμογελώντας, αλλά θα τον λέμε μόνο Βασίλη, έτσι συμφωνήσαμε, αλλά είναι κύριος. Πάρε Μιχάλη το αυτοκίνητο και οδήγησε την Χρύσα να ψωνίσει όσα χρειάζεται για να δείχνει κύριος, μην λυπηθείτε τα έξοδα Χριστούγεννα έχουμε. Άντε τώρα και σας περιμένω να επιστρέψουμε σπίτι όλοι μαζί.
Η Χρύσα ήταν η οικονόμος του σπιτιού, από τότε που πέθανε η γυναίκα του Κυριάκου, ορφανή από μικρή, την είχε περιθάλψει ο πατέρας του, και του έμεινε κληρονομιά. Νοικοκυρά καθαρή και τίμια, έχαιρε της απολύτου εμπιστοσύνης του Κυριάκου που τις είχε αναθέσει σχεδόν ολόκληρη την διαχείριση του σπιτιού και του προσωπικού του. Επτά άνθρωποι τρώγανε ψωμί στο αρχοντικό του Κυριάκου Μπαλωμένου. Ο Μιχάλης ήταν ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές, οδηγός, παραγγελιοδόχος, εισπράκτορας και για ότι άλλο χρειάζονταν έμπιστο και εχέμυθο άτομο κατάλληλος.
Μετά από δυο ώρες περίπου γύρισαν. Στο πατάρι υπήρχε ένα δωμάτιο, που πολλές φορές ξεκουραζότανε τα μεσημέρια ο Κυριάκος. Σε αυτό το δωμάτιο οδήγησε η Χρύσα τον μικρό Βασίλη, του έδειξε το μπάνιο, τον προέτρεψε να πλυθεί και να φορέσει τα καινούργια ρούχα να τον δει ο Κύριος Κυριάκος όπως παρήγγειλε κύριο. Όταν αργότερα κατέβηκε ο Βασίλης ήταν αγνώριστος. Τα μάτια του σπινθηροβόλα, το χαμόγελο του έφτανε μέχρι τα αυτιά. Καμαρωτός-καμαρωτός κατέβηκε την σκάλα, κρατώντας στα χέρια του τα τσόκαρα.
-Βασίλη τι τα θέλεις αυτά; Ρώτησε η Χρύσα
-αυτά τα έφτιαξα μόνος μου, δεν τα αφήνω
-αφού τώρα έχεις κανονικά παπούτσια, γιατί δεν τα αφήνεις; Επέμενε
-αυτά θα χαλάσουν, ενώ τα δικά μου δεν χαλούν
Ο Κυριάκος που παρακολουθούσε επέμβηκε στη συζήτηση
-άστα παιδί μου Βασίλη, και αν χαλάσουν θα βρούμε άλλα, αν με εμπιστεύεσαι πρέπει να τα αφήσεις εδώ.
-να τα φυλάξω πάνω, κύριε μήπως τα ξαναχρειαστώ;
-φύλαξε τα όπως νομίζεις.
Το παιδί ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες, έκρυψε τα τσόκαρα κάτω από κρεβάτι και κατέβηκε εξ ίσου δρομαίως. –έτοιμος είπε.
Ο Κυριάκος κοίταξε την Χρύσα με νόημα και φώναξε του Μιχάλη, εμπρός πάμε σπίτι, κλείσε και φύγαμε.
Κατά την διάρκεια της διαδρομής, στο αυτοκίνητο επικρατούσε ησυχία, ο Κυριάκος Μπαλωμένος, καθόταν στο πίσω κάθισμα έχοντας αριστερά του τον Βασίλη που καμάρωνε για τα ρούχα του, αλλά αναρωτιόταν αν είναι αληθινά αυτά που ζει, ή μήπως κανένα χριστουγεννιάτικο όνειρο, έπιανε τα πόδια του να βεβαιωθεί πως φορούσε μακρύ παντελόνι, και κρυφοκοιτούσε τον ευεργέτη του δίπλα, γιατί ντρεπότανε να το δει στα μάτια. Από δίπλα ο Κυριάκος βλέποντας την συστολή του παιδιού, χαιρότανε διότι διέκρινε σε αυτό αγνά και ευγνώμονα χαρακτηριστικά. Ο Μιχάλης οδηγούσε και η Χρύσα δίπλα του είχε σκύψει το κεφάλι της και λαγοκοιμότανε.
Όταν φτάσανε στο σπίτι, περίμενε άλλη έκπληξη τον Βασίλη, ένας μεγαλόσωμος σκύλος ήταν αμολητός. Όταν είδε το αμάξι έτρεξε να καλωσορίσει με τον τρόπο του το αφεντικό του, αλλά όταν αντιλήφθη τον Βασίλη άρχισε να γαυγίζει απειλητικά. Το αγόρι για μια στιγμή δείλιασε, αλλά την επόμενη άνοιξε θαρρετά την πόρτα και στράφηκε προς τον σκύλο.
-θέλεις να με φάς, φάε με, μα θα σου κάτσω στο λαιμό και θα πνιγείς.
Ο σκύλος λες και κατάλαβε, σταμάτησε και γύρισε στο αφεντικό του, εκείνος γύρισε να στον Μιχάλη, «φρόντισε να τον δέσεις μην έχουμε τίποτα απρόοπτα» και προχώρησαν προς το αρχοντικό.
Μετά από μικρό σχετικά χολ, υπήρχε μια τεράστια αίθουσα, με λιγοστά έπιπλα στις άκρες, πέντε πόρτες κλειστές και σκεπασμένες με κουρτίνες, οδηγούσαν σε άλλους χώρους. Σε μια από αυτές τις πόρτες κατευθύνθηκαν ο Κυριάκος Μπαλωμένος με τον Βασίλη, εκεί τους υποδέχθηκαν τα παιδιά του Κυριάκου, ο Αλέξανδρος σπούδαζε στην Αθήνα οικονομικές επιστήμες, ο Αριστοτέλης μαθητής της τρίτης τάξης του ελληνικού γυμνασίου, και η Ηρώ που έτρεξε και αγκάλιασε τον πατέρα της,
-ευχαριστώ Μπαμπά μου, ευχαριστώ,
-παιδιά να σας συστήσω τον Βασίλη, θα περάσει μερικές ημέρες μαζί μας, στράφηκε στον Βασίλη και συνέχισε
-ο μεγάλος είναι ο Αλέξανδρος και ο μικρός είναι ο Αριστοτέλης, θέλω να τα πάτε καλά, και είμαι σίγουρος πως θα τα καταφέρουμε, όλοι μαζί να κάνουμε καλά Χριστούγεννα.
Τα παιδιά χαιρέτησαν με χειραψία τον επισκέπτη του σπιτιού τους, και εκείνος άπλωσε αμήχανα και άτσαλα το χέρι, πρώτη του φορά χαιρετούσε με αυτόν τον τρόπο. Ο Κυριάκος χαμογέλασε και είπε στα παιδιά του,
-ώσπου να έρθει η ώρα του φαγητού, εγώ με τον Βασίλη θα είμαστε στο πάνω τζάκι να τα πούμε λίγο, μην μας ενοχλήσει κανείς μέχρι τότε. Στράφηκε στον επισκέπτη του, -έλα Βασίλη πάμε.
Ξαναβγήκαν στην μεγάλη σάλα, στην άκρη υπήρχε μια ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στον πάνω όροφο, ακριβώς απέναντι από εκεί που τελείωνε υπήρχε μια πόρτα με τζάμια, την οποία άνοιξε ο Κυριάκος και περάσανε σε ένα δωμάτιο καθιστικό, με καναπέδες και πολυθρόνες απλωμένες και το τζάκι να σκορπά την ζεστασιά του, πλησιάσανε κοντά στην φωτιά, έδειξε στο αγόρι μια πολυθρόνα ο Κυριάκος και είπε
-κάτσε Βασίλη
-που εδώ; Στην πολυθρόνα; Απόρησε ο μικρός
-ναι παιδί μου, κάτσε να τα πούμε λιγάκι
-δεν κάνει να είμαι όρθιος; ποτέ δεν έκατσα μπροστά σε μεγάλους, διστακτικά είπε ο Βασίλης
-άστα παιδάκι μου και κάτσε, θα γίνουμε φίλοι κα θα καθόμαστε πολλές φορές έτσι να τα λέμε, μόνο κάτσε γιατί η ώρα περνά.
Έκατσε ο μικρός και Κυριάκος έβγαλε να καπνίσει τσιγάρο, θέλοντας να αστειευτεί ρώτησε –θέλεις τσιγάρο; Ο Βασίλης ταράχτηκε, -ποιος το μαρτύρησε αυτό; Πές το όνομα του και θα καθαρίσω
-ηρέμησε παιδί μου Βασίλη, αστεία το είπα, ξέρω πως δεν καπνίζεις, είσαι καλό παιδί, δεν αμφιβάλω γι’ αυτό και ανέλαβα κηδεμόνας σου, πες μου τώρα ποιοι είναι οι γονείς σου; Από πού ήρθες;
-δεν ξέρω, είπε το παιδί χαμηλόφωνα, δεν ξέρω, είμαι από την Δευτέρα τάξη στο ορφανοτροφείο, ο αδελφός μου πιο μεγάλος έφυγε πριν δυο χρόνια, εκείνος ήξερε.
-δηλαδή, δεν έχεις γονείς δεν έχεις μάνα πατέρα,
-ο πατέρας μου πέθανε σίγουρα, η μάνα μου μας παρέδωσε εδώ γιατί είχε κι’ άλλα τρία αδέλφια πιο μικρά από μένα, αλλά από εκείνη την ημέρα δεν την ξανάδα, δεν την θυμάμαι, ούτε ένα επισκεπτήριο δεν είχα, έφυγε και ο αδελφός μου, και δεν έχω κανέναν, βούρκωναν τα μάτια του, αλλά κρατιόταν να μην κλάψει, οι άνδρες δεν κλαίνε ποτέ.
Σηκώθηκε ο Κυριάκος από την πολυθρόνα του, πέταξε το τσιγάρο στο τζάκι, και άπλωσε το χέρι στον παιδί.
-έχεις εμένα, έχεις την Ηρώ που σε αγαπάει και θέλει να είστε φίλοι. Ο μικρός έπιασε το χέρι να το φιλήσει, δεν το άφησε ο Κυριάκος, δεν είπαμε Παπάς είμαι; Πιο καλά έλα σε αγκαλιάσω, είπε και έσκυψε, το παιδί δεν κρατήθηκε και ξέσπασε σε κλάματα, εκείνη την ώρα μπήκε η Ηρώ να αναγγείλει πως το τραπέζι είναι στρωμένο, και είδε τον Βασίλη να κλαίει, πλησίασε, τον τράβηξε από το μπράτσο και του πρόσφερε το μαντιλάκι της.
-σκουπίσου μην σε δουν τα αγόρια και σε κοροϊδεύουν, οι άνδρες δεν κλαίνε, έτσι δεν λες συνέχεια; Και γυρνώντας προς τον πατέρα της
-μπαμπά είναι όλα έτοιμα, κατόπιν άπλωσε το χέρι στον Βασίλη, έλα θα κάτσουμε μαζί.
Η τραπεζαρία ήταν στον κάτω όροφο. Τακτοποιηθήκαν στο τραπέζι, από την μια πλευρά τα δυο αγόρια, και από την άλλη η Ηρώ και ο Βασίλης, στην κορυφή ο Κυριάκος Μπαλωμένος έκανε την προσευχή και άρχισαν να τρώνε. Μετά το φαγητό περάσανε στο διπλανό δωμάτιο που είχε γίνει η υποδοχή νωρίτερα, και αρχίσανε να κουβεντιάζουν με τον πατέρα τους διάφορα πράγματα. Ο Αριστοτέλης παραπονιόταν για τα μαθηματικά, πως ήταν δύσκολα, η Ηρώ του έλεγε να μην ανησυχεί, γιατί τώρα θα έχουν τον Βασίλη που είναι άσσος σε αυτά, ο Αλέξανδρος πιο μεγάλος είχε άλλα σοβαρότερα να συζητήσει και θεωρούσε πως είναι ακατάλληλη στιγμή, και η ώρα περνούσε ευχάριστα, μέχρι που τους διέκοψε η Χρύσα
-Κύριε, ετοίμασα του Βασίλη στο 6
-όχι Χρύσα, ο Βασίλης θα κοιμηθεί εδώ πάνω, μαζί με τα παιδιά, ετοίμασε εδώ ένα δωμάτιο, είπε ο Κυριάκος.
-όπως νομίζεται, στο πράσινο είναι καλά;
-ναι στο πράσινο
Ο Βασίλης δεν κατάλαβε τίποτα, πρώτη φορά βράδιαζε έξω από το ορφανοτροφείο. Από όταν θυμόταν, πάντα σε θάλαμο κοιμότανε, και τώρα ακούει το αριθμό 6 και νομίζει πως είναι ο αριθμός του θαλάμου και δεν δίνει σημασία, περιμένει να παίξει το σιωπητήριο γιατί είναι κουρασμένος και νυστάζει, αλλά εδώ δεν έχει σιωπητήριο. Σε λίγο ο Κυριάκος Μπαλωμένος, σηκώνεται,
-παιδιά ώρα για ύπνο. Τα αγόρια περνούν από μπροστά του, «καληνύχτα πατέρα», καληνύχτα Αλέξανδρε, «Καληνύχτα πατέρα» «Καληνύχτα Άρη» μετά η Ηρώ «Καληνύχτα μπαμπά» και τον αγκάλιασε και το φίλησε στο μάγουλο, εκείνος ανταπέδωσε το φίλημα «καληνύχτα κόρη μου», ο Βασίλης τελευταίος πλησίασε «Καληνύχτα σας, κύριε Κυριάκο» είπε με φωνή που μόλις ακουγότανε, ντρεπότανε πολύ το αγόρι, πρώτη φορά ακολουθούσε μια τέτοια διαδικασία πριν τον ύπνο. Αντί για απάντηση ο Κυριάκος άπλωσε το χέρι του στο ώμο του αγοριού, πάμε να σου δείξω που θα κοιμηθείς. Ανεβαίνοντας την σκάλα προσπαθούσε ο Βασίλης να συγχρονίσει το βήμα του με εκείνο του ευεργέτη του. Από την αριστερή πλευρά την τέταρτη πόρτα, άνοιξε ο Κυριάκος και μπήκανε στο πράσινο δωμάτιο. Όλα ήταν σε αποχρώσεις πρασίνου, και οι τοίχοι και οι κουρτίνες και τα έπιπλα ανοιχτόχρωμα πράσινα.
-Βασίλη εδώ θα κοιμάσαι, στην γωνία είναι το λουτρό, το πρωί θα σηκωθούμε πολύ νωρίς να πάμε στην Εκκλησία, αύριο είναι Χριστούγεννα.
-κύριε Κυριάκο, εγώ είμαι Ολυμπιακός, αλλά για χατίρι σας θα κοιμηθώ στα πράσινα, ευχαριστώ πολύ
-καληνύχτα παιδί μου, καληνύχτα.
Το άλλο πρωινό, Χριστούγεννα του 1954, αθόρυβα άνοιξε η Χρύσα την πόρτα του δωματίου, και πλησίασε τον Βασίλη που κοιμόταν μακαρίως, άπλωσε απαλά το χέρι της στο μέτωπο του παιδιού, και το ξύπνησε.
-ξύπνα Βασίλη, Χριστούγεννα είναι θα πάμε στην εκκλησία.
Ο μικρός άνοιξε τα μάτια του. Μόλις είδε την Χρύσα καθισμένη στο πλάι του κρεβατιού αυθόρμητα άπλωσε τα χέρια του και την αγκάλιασε, «ευχαριστώ κυρία Χρύσα, ευχαριστώ, καλημέρα»
-Βασίλη πλύσου στο λουτρό η οδοντόβουρτσα είναι δική σου, χτενίσου, και ντύσου, να βάλεις το κουστούμι σήμερα, και αν δεν μπορείς να δέσεις την γραβάτα φώναξε με, θα είμαι σε λίγο απέξω πάλι, πάω να ξυπνήσω και την δεσποινίδα μας.
Ο Βασίλης μόλις βγήκε από το δωμάτιο η Χρύσα, σηκώθηκε πλύθηκε και ετοιμάστηκε, την γραβάτα όμως δεν ήξερε να την δέσει, δεν είχε ποτέ του τέτοια εμπειρία. Έβγαλε δειλά-δειλά το κεφάλι του στην πόρτα και είδε την Χρύσα να βγαίνει από το δωμάτιο της Ηρώς, της έκανε νοήματα, αλλά άσκοπα διότι η Χρύσα ερχότανε να τον βοηθήσει. Φτιάχνοντας όσα εκείνος δεν μπορούσε, τον ενημέρωνε.
-θα πάμε στην Εκκλησία, στην Μητρόπολη, ο Κύριος θα πάει μπροστά από τα κάγκελα, εσύ θα είσαι με τα αγόρια και τον Μιχάλη στην δεξιά πλευρά, ο Μιχάλης ξέρει καλά, να είσαι συνέχεια δίπλα του, γιατί θα έχει κόσμο πολύ σήμερα.
-δεν γίνεται να μην έρθω, κα κάτσω εδώ να περιμένω;
-πα-πα-πα Χριστούγεννα μέρα δεν θα πάς στην Εκκλησία; Δεν είσαι χριστιανός, τον μάλωνε, με τόνο χαϊδευτικό, μετά θα πάμε στην φάμπρικά θα δεις και άλλα παιδιά πιο μεγάλα που δουλεύουν εκεί, θα φάμε όλοι μαζί, θα γνωρίσεις το Γεράσιμο, θα παίξεις με τα γατάκια του. . . .
Λέγοντας του διάφορα ταυτόχρονα τον σουλούπωνε,
-άντε πάμε τώρα να περιμένουμε στο αυτοκίνητο.
Κάτω, έξω από την πόρτα του αρχοντικού, περίμενε ο Μιχάλης, ενώ ο Αριστοτέλης και η Ηρώ είχαν επιβιβαστεί στο πίσω κάθισμα. Μόλις είδε τον Βασίλη τον πλησίασε και κλείνοντας το μάτι συνωμοτικά, του ψιθύρισε, «να είσαι κοντά μου και όλα θα πάνε καλά». ανέβηκε κι αυτός δίπλα στα άλλα παιδιά, έφτασε και ο κύριος Κυριάκος, ο Μιχάλης οδηγούσε και η Χρύσα δίπλα του. Όταν ξεκίνησαν, ο Βασίλης προτού περάσουν την μεγάλη πόρτα, έβαλε τις φωνές, «σταματήστε, ξεχάσαμε τον Αλέξανδρο», ο Κυριάκος Μπαλωμένος γέλασε με την καρδιά του, ο μικρός ντράπηκε για την γκάφα του, και η Ηρώ, ανέλαβε να εξηγήσει πως ο Αλέξανδρος, διαθέτει μοτοσικλέτα και κυκλοφορεί μονάχος του.
Στην Εκκλησία ο κόσμος πολύς. Μόλις προσκύνησε την εικόνα ο Κυριάκος, τον πλησίασε κάποιος και τον προέτρεψε να το ακολουθήσει, τον οδήγησε μπροστά στον σολέα, μαζί με άλλους. Αυτοί ήταν οι επίσημοι της παροικίας, ο Πρέσβης οι Πρόξενοι, ο πρόεδρος της κοινότητας, οι πρόεδροι των Σωματίων, και γενικά οι ταγοί αυτής της παροικίας. Ο Βασίλης κοντά στον Μιχάλη και στον Αριστοτέλη, πέρασαν στην δεξιά πλευρά, ενώ η Χρύσα κρατώντας από το χέρι την Ηρώ, πήγε στην αριστερή πλευρά. Του φάνηκαν ατελείωτες ώρες μέσα σε τόσο κόσμο του Βασίλη, που ήθελε να το σκάσει, ντρεπόταν τον Κυριάκο, την Χρύσα που του έδειξε τόση αγάπη, την Ηρώ. Κάποια στιγμή τελείωσε η λειτουργία, οι επίσημοι βγαίνανε και κατευθύνονταν στην αίθουσα υποδοχής της Μητροπόλεως για ανταλλάξουν τα καθιερωμένες ευχές. Ο Μιχάλης τον σκούντησε ελαφρά «πάμε και εμείς». στην είσοδο περίμενε η Χρύσα με την Ηρώ, και όλοι μαζί πήγανε προς το αμάξι, αφού επιβιβαστήκαν, τα παιδιά πίσω και η Χρύσα στην θέση του συνοδηγού, η Ηρώ είπε, «Βασίλη, μην φωνάξεις, δεν το ξεχάσαμε τον μπαμπά» και σκάσανε στα γέλια όλοι.
Το αυτοκίνητο με τον Μιχάλη οδηγό πήρε τον δρόμο που οδηγούσε έξω από την πόλη, εκεί που ήταν τα εργοστάσια του Μπαλωμένου, το συγκρότημα αυτό το λέγανε η Φάμπρικα. Σε ένα αρκετά μεγάλο οικόπεδο είχαν ανεγερθεί τα δύο εργοστάσια του Κυριάκου Μπαλωμένου, και στην μια του άκρη είχαν ανεγερθεί τα εργατόσπιτα. Εκεί γενικός κουμανταδόρος ήταν ο Γεράσιμος, ένας ακόμη άνθρωπος χωρίς οικογένεια στην δούλεψη του Μπαλωμένου. Φρόντιζε να λειτουργούν εύρυθμα, οι κουζίνα τα λουτρά και αίθουσες αναψυχής του συγκροτήματος. Για τους κοιτώνες υπεύθυνοι ήταν οι διαμένοντες εκεί. Θάλαμοι χωρητικότητα τριών και τεσσάρων κρεβατιών με μια προσωπική ντουλάπα για τον κάθε ένα.
Τέτοιος στρατωνισμός ήταν συνηθισμένο φαινόμενο. Τα παιδιά που τελείωναν το δημοτικό στα ορφανοτροφεία, και δεν είχαν που να πάνε, βρίσκανε καταφύγιο εκεί. Η άλλη επιλογή ήταν να φύγουν για την πατρίδα και καταλήξουν σε άλλα ιδρύματα, και δεν την προτιμούσαν αυτήν την λύση. Δούλευαν λοιπόν, και όταν πληρώνονταν, κατέβαλαν στον Γεράσιμο, το αντίτιμο της φιλοξενίας. Κάποια από αυτά, καταθέτανε και παραπάνω χρήματα, προκειμένου να μαζευτούν τα κόμιστρα για ένα ταξίδι για το Βέλγιο ή την νότιο Αφρική, για να δουλέψουν στα ορυχεία και να κάνουν χρήματα όπως νόμιζαν. Άλλα πάλι ζούσαν μέχρι την ενηλικίωση τους, ή το γάμο τους. αυτά για τα αγόρια των ορφανοτροφείων.
Τα κορίτσια πηγαίνανε υποχρεωτικά στα ιδρύματα της Βασίλισσας Φρειδερίκης, για να καταλήξουν οι περισσότερες νοσοκόμες του Ερυθρού σταυρού, ή Παπαδιές. Ελάχιστα από αυτά τα κορίτσια έκαναν οικογένειες επειδή γνώρισαν και αγάπησαν κάποιο αγόρι.
Εκεί τους άφησε ο Μιχάλης στην πόρτα, και έφυγε αμέσως, για να πάει στην Μητρόπολη να φέρει τον Κυριάκο Μπαλωμένο. Αυτός βρισκόταν μαζί με τους άλλους επισήμους στην αίθουσα για να ανταλλάξουν ευχές και να χαιρετίσουν τον Δεσπότη. Αυτός άρπαξε την ευκαιρία όταν τον πλησίασε ο Κυριάκος να του πει πως «πήρε τον διαβολάκο σπίτι του» και ο Μπαλωμένος απήντησε πως «το παιδί δεν είναι διαβολάκος, ένα πονεμένο παιδάκι είναι που ζητά την προσοχή και την αγάπη μας, και είμαι διατεθειμένος να του τη δώσω». Κάποια στιγμή άρχισαν να βγαίνουν από την αίθουσα, και τα αυτοκίνητα πλησιάζανε με σειρά ιεραρχική και φεύγανε γεμάτα. Πλησίασε και ο Μιχάλης επιβιβάστηκε ο Κυριάκος Μπαλωμένος και ξαναγύρισε στην φάμπρικα.
Είχαν μαζευτεί όσοι κατοικούσαν στα ενδιαιτήματα της φάμπρικάς, κυρίως νεαρά αγόρια, με τον Γεράσιμο επικεφαλής, και μόλις κατέβηκε από το αυτοκίνητο ο Κυριάκος, άρχισαν να λένε τα Κάλαντα. Ευχήθηκε χρόνια πολλά και προχώρησε προς το εντευκτήριο. Τα τραπέζια είχαν μαζευτεί σωρό σχηματίζοντα ένα μεγάλο Π, έκατσε στην κορυφή ο Κυριάκος και προσκάλεσε να κάτσουν όλοι. Η Ηρώ καθότανε στα δεξιά του πατέρα της, ενώ τα αγόρια είχαν χαθεί ανάμεσα στα άλλα παιδιά. Ο Βασίλης επεδίωξε να κάτσει δίπλα σε δύο παλιούς του γνώριμους, το Φάνη και τον Παμίνο (Θεοφάνη και Επαμεινώνδα), μεγαλύτερους του κατά δυο χρόνια και συμμαθητές του αδελφού του. Μόλις βρήκε την ευκαιρία ρώτησε «που βρίσκεται ο Παναγιώτης» για να πληροφορηθεί πως τον πήρε μια οικογένεια υπό την προστασία της και φύγανε για το Κεμπέκ του Καναδά, το όνομα αυτής της οικογένειας δεν το ξέρανε. Φάγανε τα παρατιθέμενα, που ήταν εξαιρετικά πλούσια, όλα κερασμένα από τη φάμπρικα, και φάγανε με όρεξη, ο Γεράσιμος δεν θα παρακρατούσε αντίτιμο για το σημερινό φαγητό. Τραγούδησαν και χόρεψαν μέχρι το απόγευμα.
Όταν σηκώθηκε ο Κυριάκος για να φύγει, έσπευσαν όλοι να το χαιρετίσουν και αυτό μοίραζε χειραψίες και ευχές. Στον γυρισμό, ο Κυριάκος βλέποντας την κόρη του κουρασμένη, τις ανακοίνωσε πως ήταν η τελευταία χρονιά που την έπαιρνε μαζί του στη φάμπρικα, επειδή μεγάλωσε και έπρεπε να αναλάβει να ξανανοίξει το σπίτι Χριστουγεννιάτικα. Η Φάμπρικα και οι εργάτες θα ήταν δουλειά του Αλέξανδρου από την επόμενη χρονιά. Ο Αλέξανδρος δεν είχε φανεί καθόλου μετά την εκκλησία.
Φθάνοντας στο αρχοντικό τον είδαν να παίζει με τον σκύλο. Ο Κυριάκος σε αυστηρό τόνο, τον κάλεσε να περάσει στο γραφείο του αυτήν την στιγμή και να το περιμένει. Επήγε ο νεαρός στο γραφείο, και αμέσως μπήκε ο Κυριάκος. Η Ηρώ τράβηξε από το χέρι τον Βασίλη,
-πάμε να ακούσουμε
-όχι δεν κάνει
-γιατί;
-γιατί κουβεντιάζουν δυο άνδρες και οι γυναίκες δεν πρέπει να ακούνε
-είσαι χαζούλης, εγώ θα πάω, είπε και ξεκίνησε
Ο Βασίλης που δεν του καλάρεσε χαζούλης την κυνήγησε, και τρέχοντας φτάσανε μπρός από την πόρτα του γραφείου. Ακούσανε τότε την φωνή του Κυριάκου να επιπλήττει το γιό του.
-θα πρέπει να ντρέπεσαι μέρα που είναι πρέπει να είσαι με την οικογένεια
-ποια οικογένεια, όλα αυτά τα μπάσταρδα;
-αυτά τα παιδιά είναι εργάτες που κερδίζουν το ψωμί τους τίμια, και μα αφήνουν και μας κέρδος για να μπορείς να ξοδεύεις εσύ, εδώ και εκεί,
Ο Βασίλης κοκκίνισε δεν ήθελε να ακούσει περισσότερα, και έφυγε τρέχοντας, η Ηρώ όμως ακούμπησε το κεφάλι της στην πόρτα για ακούσει καλλίτερα.
Βγήκε στην αυλή ο Βασίλης, και είδε τον Μιχάλη να προσπαθεί να δέσει τον σκύλο, και εκείνος να του φεύγει, έσπευσε να τον βοηθήσει.
-είσαι καλό παιδί Βασίλη; Ρώτησε
-όχι κύριε Μιχάλη, αλλά θα γίνω, θα γίνω από αύριο
-μπράβο, έτσι θα ευχαριστηθεί και ο κύριος και αρχίσανε την κουβέντα, για διάφορα θέματα, πως αν θέλει να τον βοηθάει με το αυτοκίνητο να πλένει, να μάθει να οδηγάει και στις διάφορες άλλες ασχολίες του.
Ο Βασίλης απαντούσε θετικά, και του πρότεινε κιόλας ένα κόλπο όπως το ονόμασε. Αντί να αγωνίζονται για να δέσουν το σκύλο, που προτιμούσε την ελευθερία, καλά θα ήταν να απλώνανε ένα σύρμα, δεμένο στις άκρες και περασμένο πάνω την αλυσίδα, έτσι ο σκύλος θα ήταν πάντα δεμένος, και ταυτόχρονα θα είχε περιθώρια να τρέχει και να ξεμουδιάζει. Τον επαίνεσε ο Μιχάλης και του είπε να πως θα το αναφέρει στο κύριο το κόλπο, για να το εφαρμόσουν. Πράγματι το ανέφερε στον Κυριάκο, και αυτός κάλεσε τον Βασίλη να τον συγχαρεί.
-μπράβο παιδί μου, έξυπνο κόλπο μου είπε ο Μιχάλης, αλλά δεν λέγεται κόλπο, λέγεται ευρεσιτεχνία
-όχι-όχι, λέγεται πατέντα, αλλά το είπα κόλπο για καταλάβει ο Μιχάλης
-καλά αφού το θέλεις πατέντα, ας το λέμε πατέντα
-κύριε Κυριάκο, πείρε θάρρος ο Βασίλης, εγώ ξέρω κι άλλες πατέντες, είμαι πατενταδόρος.
-σιώπα, έκανε δήθεν έκπληκτος ο Κυριάκος, άμα έχεις κάτι στο νου σου να μου το λές, και μπορεί να είναι χρήσιμες πατέντες, κύριε πατενταδόρε. Άμε να ξεκουραστείς και τα λέμε το βράδυ πάλι.
Το βράδυ εκείνο δεν τα είπαν, επειδή ανεβαίνοντας στο δωμάτιο ο Βασίλης έπεσε στο κρεβάτι ξερός από την κούραση, λυπήθηκε και η Χρύσα να το ξυπνήσει, έτσι απόλαυσε ένα ύπνο χορταστικό. Το άλλο βράδυ όμως, στο τραπέζι ο Κυριάκος προέτρεψε τα παιδιά του και τον Βασίλη μαζί, να γράψουν γράμμα στο άγιο Βασίλη, τι δώρο προσδοκούσαν να τους φέρει. Ο Αλέξανδρος ξίνισε το πρόσωπο του για λίγο, «ακόμα εκεί είστε», είπε με ειρωνική διάθεση. Ο πατέρας του, έκανε πως δεν άκουσε, για να μην χαλάσει την κουβέντα με τα άλλα παιδιά, του είπε πως το πρωί θα περίμενε τα γράμματα φεύγοντας για το γραφείο του, να τα ταχυδρομήσει.
Την άλλη μέρα μόλις έφτασε ο Κυριάκος Μπαλωμένος στο γραφείο, και άνοιξε την τσάντα του, είδε τους τρείς φακέλους των παιδιών. Ο Αλέξανδρος σνομπάρισε αυτήν την κίνηση. Ήταν μεγάλος για τέτοια πράγματα, εκτός από την Χριστουγεννιάτικη κατσάδα, τον είχε προβληματίσει πολύ, η ποινή που ήταν να κλειδώσει την μοτοσικλέτα του, και να κυκλοφορεί με την συγκοινωνία όλη την διάρκεια των εορτών μέχρι να ξαναφύγει για την Ελλάδα. Αυτό το ταπείνωνε στα μάτια των φίλων του, και έψαχνε τρόπο να αντιδράσει. Έπιασε στα χέρια τους φακέλους ο Κυριάκος, και επέλεξε να διαβάσει πρώτον του Βασίλη. Ποία έκπληξη τον περίμενε όταν το άρχισε μα διαβάζει;
«Κύριε Κυριάκο, δεν υπάρχει αυτός ο άγιος Βασίλης, αλλά δεν είπα τίποτα μην κακοκαρδίσω τα άλλα παιδιά. Αυτά είναι παραμύθια για τα μικρά και χαζά παιδάκια. Όλα τα χρόνια δεν ήρθε ποτέ σε μένα, και ότι μπορούσα να φανταστώ, μου ήρθε από Σας, τα Χριστούγεννα, δεν θέλω τίποτα, ευχαριστώ».
Το απόγευμα που γύρισε σπίτι, αναζήτησε το Βασίλη, και παρήγγειλε να τον πάνε στο γραφείο του. Τα παιδιά στο καθιστικό παίζανε σκάκι, ο Αριστοτέλης και η Ηρώ, ο Βασίλης παρακολουθούσε τις κινήσεις προσεκτικά, ήθελε να μάθει σκάκι. Ρωτούσε, του λέγανε κάθε φορά πως μετακινείτε το κάθε πιόνι. Εκείνος αποφασιστικά δήλωσε, πως μέχρι τα φώτα που θα γύριζαν στο ίδρυμα θα τους νικούσε και εκείνα γελάγανε. Τα γέλια έκοψε η παρουσία του Μιχάλη, -Βασίλη σε θέλει ο κύριος στο γραφείο. Τα παιδιά σοβάρεψαν απότομα, η πρόσκληση στο γραφείο ήταν πάντα για επίπληξη. Ακολούθησε τον Μιχάλη μέχρι την πόρτα, κτύπησε διστακτικά και όταν άκουσε «έλα μέσα» μπήκε, με μικρά δειλά βήματα πλησίασε το γραφείο.
-με ζητήσατε; Ρώτησε
-κάτσε Βασίλη, έκανα λάθος μαζί σου, εσύ δεν είσαι παιδί.
Πριν προλάβει να συνεχίσει ο Βασίλης σηκώθηκε βουρκωμένος.
-συγνώμη αν έκανα κάτι κακό, άθελα μου θα έγινε, θα είμαι πιο προσεκτικός,
-κάτσε κάτω, χαμογέλασε ο Κυριάκος, είσαι προπέτης, δεν με αφήνεις να μιλήσω, κάτσε κάτω.
Έκατσε ο Βασίλης και ο Κυριάκος συνέχισε.
εσύ δεν είσαι παιδί, είσαι μεγάλος, είσαι βέβαια και πατετανδόρος αλλά είσαι μεγάλος. Για πες μου τώρα, όλα τα χρόνια που ήσουν μικρός δεν σου έφερε τίποτα ο άγιος Βασίλης;
-αυτό ήταν; πήρε θάρρος ο μικρός, ποτέ ούτε σε όλους τους τροφίμους, μόνο στους οικότροφους φέρνει, δηλαδή οι γονείς τα πάνε.
-πόσα αγόρια είναι τρόφιμοι στο ίδρυμα; Ενδιαφέρθηκε ο Κυριάκος
-72 αγόρια είναι και 41 κορίτσια.
Έγραψε τα νούμερα σε ένα χαρτί ο Κυριάκος και στράφηκε πάλι στο παιδί,
-πήγαινε να βρεις τον Μιχάλη και ελάτε μαζί εδώ, και μην λές σε κανέναν κουβέντα, έφυγε το παιδί βρήκε τον Μιχάλη του είπε πως το ζητά ο κύριος και γυρίσανε μαζί στο γραφείο. Ο Κυριάκος κάπνιζε και πηγαινοερχόταν με νευρικότητα, μόλις τους είδε ησύχασε,
-επιτέλους ήρθατε, άκου Μιχάλη, αύριο το πρωί θα πάρεις τον Βασίλη και θα πάτε στου Σινάνη το εργοστάσιο να φορτώσεις 41 κούκλες, πρόσεξε να μην είναι ίδιες, και μετά στου Γαράτζα να πάρεις 72 αγορίστικα παιχνίδια, θα σε βοηθήσει να τα διαλέξεις ο Βασίλης, και θα τα πάτε στο ορφανοτροφείο, θα πείς του σχολάρχη πως είναι επιθυμία δική μου, την παραμονή της πρωτοχρονιάς το κάθε παιδί, είτε αγόρι, είτε κορίτσι, να πάρει από ένα παιχνίδι. Πηγαίνετε τώρα και τσιμουδιά, δεν πρέπει να μάθει κανείς.
Το βράδυ εκείνο, όταν έφτασε η ώρα της «καληνύχτα», μετά την Ηρώ ο Βασίλης αγκάλιασε τον Κυριάκο και είπε ευχαριστώ μέσα από την ψυχή του.
Οι μέρες των εορτών περνούσαν γρήγορα, ο Βασίλης έδειξε την ευφυΐα του πολλές φορές, προτείνοντας κόλπα όχι μόνο στα παιδιά αλλά και στο προσωπικό του αρχοντικού. Τώρα ένα σχοινί ανοίγει από μακριά την πόρτα χωρίς να χρειάζεται να πηγαίνει κανείς έως εκεί. Μπέρδεψε τα καλώδια στον Φωτεινό παντογνώστη του Άρη, και έβγαζε πρωτεύουσα της Ελλάδας τα Τίρανα, και το όνομα του Κολοκοτρώνη Θανάση. Ακόμα είχε γίνει αήττητος στο σκάκι, ενώ έλυσε και πολλές από τις ασκήσεις του Άρη. Έφτασε όμως ο καιρός να επιστρέψει στο ορφανοτροφείο, αλλά δεν μελαγχολούσε, επέστρεφε με κουράγιο και όνειρα να κάνει περήφανο τον κύριο Κυριάκο Μπαλωμένο που του φέρθηκε τόσο καλά.
Η Χρύσα είχε ετοιμάσει τις βαλίτζες, της Ηρώς και του Βασίλη, ο Μιχάλης τις φόρτωσε στο αυτοκίνητο, και περίμεναν το Κυριάκο Μπαλωμένο να επιβιβαστεί, για να πάνε στο ίδρυμα. Άλλες φορές πήγαινε την Ηρώ ο Μιχάλης με την Χρύσα, αυτήν την φορά θέλησε ο Κυριάκος να πάει ο ίδιος για να διευθετήσει την υπόθεση του Βασίλη. Ο διευθυντής τον υποδέχθηκε με το συνηθισμένο τρόπο, που υποδεχότανε όλους όσους προσφέρανε χρήματα και υποστήριξη στο ίδρυμα. Χωρίς να χάνει καιρό ο Κυριάκος άρχισε
-επιθυμώ ο Βασίλης να φύγει από τους κοιτώνες των τροφίμων, και να πάει με τους οικότροφους
-μα δεν υπάρχει διαθέσιμος χώρος κύριε Κυριάκο
-πρέπει να βρείτε τώρα προτού φύγω, θέλω να δω που θα καταλύσει αυτό το παιδί
-με φέρνεται σε πολύ δύσκολη θέση, τι μπορώ να κάμω
-τηλεφωνήστε στο πρόεδρο να δώσει λύσει
-στον Δεσπότη;
-στον Δεσπότη τώρα, παρακαλώ, περιμένω
Ο σχολάρχης υποκύπτοντας στην πίεση του δωρητή, σχημάτισε ένα αριθμό στο καντράν του τηλεφώνου, και ζήτησε τον Σεβασμιότατο:
-ο κύριος Μπαλωμένος επιμένει, να δει το κατάλυμα του Ράπτη, εδώ δεν υπάρχει κανένα διαθέσιμο και εκείνος επιμένει τι να κάνω;
Ο Δεσπότης διέθετε ένα διαμέρισμα στο ίδρυμα, που ελάχιστες φορές το χρόνο διανυχτέρευε, εκεί υπήρχε και ένα δεύτερο δωμάτιο του διάκου του, έδωσε την άδεια να μένει ο Βασίλης μέχρι το καλοκαίρι που θα έφευγε οριστικά από το ορφανοτροφείο στο διαμέρισμα αυτό.
-δηλαδή συνέχιζε στο τηλέφωνο ο διευθυντής, στο δωμάτιο του διάκου; Α΄, Α΄, κατάλαβα-κατάλαβα όπως ευλογείται.
Γύρισε στον Κυριάκο Μπαλωμένο,
-είπε ο Δεσπότης να τον βάλουμε στο δικό του διαμέρισμα, ελάτε να σας το δείξω.
Στον πρώτο όροφο του ιδρύματος, μετά τα γραφεία και στην άκρη-άκρη και δίπλα στο παρεκκλήσι της Παναγίας, ήταν το Δεσποτικό, όπως το λέγανε. Εκεί κατευθύνθηκαν ο σχολάρχης και ο Κυριάκος Μπαλωμένος κρατώντας από το χέρι τον Βασίλη. Άνοιξε την πόρτα και μπήκαν. Ο Βασίλης δεν τολμούσε να βγάλει μιλιά. Είχε την αίσθηση πως όπου νάναι, το όνειρο τελειώνει, θα φύγει ο Κυριάκος, και το κορμάκι του θα γεμίσει πάλι μελανιές απ’ τη ζωστήρα. Ο Κυριάκος του χάδεψε τα μαλλιά,
-εδώ θα μένεις Βασίλη, και κοίτα να με βγάλεις ασπροπρόσωπο,
-εδώ κύριε; Ευχαριστώ μα δεν είναι μεγάλο για μένα
-είναι ένα μοναδικό, δεν υπάρχει άλλο και σου αξίζει κύριε πατενταδόρε; Γελώντας συνέχισε, αλλά πρέπει να είσαι υπόδειγμα
-το υπόσχομαι, τα άλλα παιδιά όμως; Τι θα λένε, πως είμαι καρφί;
-αν δεν είσαι, και να μην γίνεις ποτέ, άστους να λένε, σύμφωνοι; Άμε να φέρεις τα πράγματα σου, τα έχει ο Μιχάλης
-έχω και πράγματα τώρα, ευχαριστώ κύριε, ευχαριστώ και έφυγε να πάει να φέρει την βαλίτζα του, εκείνη την ώρα βρήκε την ευκαιρία ο Κυριάκος Μπαλωμένος να επιστήσει την προσοχή του σχολάρχη ως προς την αντιμετώπιση του παιδιού.
-ο Βασίλης δεν είναι τυχαίο παιδί, και από σήμερα δεν θα λογίζεται και ορφανό, για ότι χρειαστεί θα ειδοποιείτε εμένα.
Η αλλαγή του Βασίλη ήταν τελείως απρόσμενη. Η επίδοση του στα μαθήματα αρίστη. Ενώ πρώτα μόνο στα μαθηματικά ήταν καλός, τώρα παρακολουθούσε όλα τα μαθήματα με την ίδια επιμέλεια. Φρόνιμος στην τάξη μέσα και στα διαλείμματα δεν κρυβόταν για να καπνίσει, δεν κάπνιζε πλέον. Τα βράδια δεν ανεβοκατέβαινε από τις υδρορροές, για συλήσει τις αποθήκες. Τα άλλα ορφανά που κάνανε παρέα, δεν τα σνομπάρισε καθόλου, αντίθετα τους μοίρασε πολλά από εκείνα που του έδωσε ο Κυριάκος. Το χαρτζιλίκι που έστελνε κάθε εβδομάδα μαζί εκείνο της Ηρώς, που ανταμώνανε στα διαλείμματα, μ
Περισσότερα... »