Τελικά αποφάσισα να δοκιμάσω να αναρτήσω ολόκληρο το κείμενο στο οποίο αναφέρομαι στη προηγούμενη ανάρτηση. Όποιος το διαβάσει θα μπορέσει να συνεισφέρει στη βελτίωσή του με τα όποια του σχόλια και τις παρατηρήσεις του.Ελπίζω το Ιστολόγιο να το σηκώσει το κείμενο αυτό.
Ένα θεσμικό και οργανωτικό πρόπλασμαΓια την μεταρρύθμιση του Δημόσιου ΠανεπιστημίουΣε μια υπομονετική και ολοκληρωμένη διαδικασία διατύπωσης ενός νομοθετήματος που θα έθετε τα πλαίσια μιας εξ ίσου ολοκληρωμένης μεταρρύθμισης του Δημόσιου Πανεπιστημίου, θα προηγείτο η περιγραφή ενός συνοπτικού προπλάσματος του ιδεατού πανεπιστημίου. Το πρόπλασμα αυτό θα το χρησιμοποιούσε στη συνέχεια το νομοπαρασκευαστικό όργανο για να διατυπώσει τον σχετικό νόμο. Ένα τέτοιο πρόπλασμα περιγράφω στις επόμενες σελίδες ως ουσιαστική συμμετοχή στον διάλογο που αρχίσαμε για την διαμόρφωση των θέσεων της Κίνησής μας πάνω στην επί θύραις Μεταρρύθμιση. Πώς θα έμοιαζε, αλήθεια, ένα Ελληνικό Δημόσιο πανεπιστήμιο αν μπορούσε κανείς να το στήσει κάποιος από την αρχή απαλλαγμένο από τις αδυναμίες των υφιστάμενων ελληνικών πανεπιστημίων; Σε αυτή την υποθετική ερώτηση απαντώ προχωρώντας απ’ ευθείας στην περιγραφή του εναλλακτικού υποδείγματος και με τον τρόπο αυτό δίνω μια παράλληλα μια πρακτική υπόσταση στην κριτική του παρόντος.
Στην περιγραφή του εναλλακτικού υποδείγματος, ως Προτύπου Πανεπιστημίου, θα προχωρήσω με διαδοχικά βήματα. Στο πρώτο βήμα θα ξεκαθαρίσω τους στόχους που ορίζουμε ότι πρέπει να επιτύχει το πρότυπο πανεπιστήμιο. Οι στόχοι δεν ορίζονται απλώς εξαγγελτικά (όπως γίνεται συνήθως), αλλά προσδιορίζονται επίσης και λειτουργικά, στο μέτρο του δυνατού. Δηλαδή μαζί με κάθε στόχο παρέχεται και η κλίμακα μέτρησης της επίτευξής του. Με το δεύτερο βήμα προχωρώ στην περιγραφή του ‘θεσμικού και οργανωτικού προπλάσματος’ του πρότυπου πανεπιστημίου. Πρόκειται για την περιγραφή της νομικής και οργανωτικής προσωπικότητας του ιδρύματος. Μέχρι εκεί, δηλαδή, όπου, συνήθως, σταματάει η παρέμβαση του νομοθέτη και εξαντλείται η πολιτική ‘ποιητική’. Από τα βήματα που απαριθμήσαμε, τα δύο πρώτα ας τα θεωρήσουμε εξαντλητικά, υπό την έννοια ότι ο συγγραφέας αισθάνεται ότι λέει όλα όσα είχε να πει πάνω στο θέμα υπό τις παρούσες συνθήκες. Στα επόμενα, όπως είναι φυσικό, θα μπορούσε κανείς να μιλά και να γράφει ατέλειωτα! Την αρχή και το τέλος μιας τέτοιας ανοιχτής ad eternum διαδικασίας θα την βρουν τα εντεταλμένα για την νομοπαρασκευή όργανα.
Για ποιο Λόγο αυτό το νοητικό πείραμα;Αυτό που προτείνω είναι να φανταστούμε ένα ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο απαλλαγμένο από τις βασικές αιτίες κριτικής στις οποίες μας οδηγεί η αξιολόγηση του σημερινού τυπικού ομωνύμου του. Πριν η φαντασία μας προχωρήσει σε θέματα ουσίας, για χάρη του νοητικού μας πειράματος ας σταθούμε πρώτα σε ορισμένες στοιχειώδεις μεθοδολογικές παραδοχές.
Υπάρχουν δύο συμπληρωματικοί τρόποι για να περιγράψουμε έναν οργανισμό που τον προορίζουμε να επιτελέσει κάποιους συγκεκριμένους σκοπούς. Ο ένας είναι να καταγράψουμε την
τελεολογία του με οργανωμένο και συγκροτημένο, πάντα, τρόπο. Δηλαδή, να καταγράψουμε ‘τι περιμένουμε ότι, ή τι πρέπει κατά την άποψή μας να κάνει’. Ο δεύτερος είναι να σχεδιάσουμε τις λειτουργίες του με τέτοιο τρόπο, ώστε από την ίδια τη φύση και την μορφή τους να οδηγούν ‘αυτομάτως’ ή ‘αυθόρμητα’ στην επιτέλεση των σκοπών που θέλουμε. Να φυτέψουμε, δηλαδή, την τελεολογία μέσα στον ίδιο τον συνεργικό μηχανισμού του οργανισμού, που θα τον κάνει έτσι να ‘να ζει και να πεθαίνει’ για τον σκοπό του και μόνο γιαυτόν! Το πρώτο συνήθως γίνεται με τις προβλέψεις που περιλαμβάνονται στην ιδρυτική καταστατική θεσμική πράξη και κατά κανόνα σε ένα αρχικό άρθρο της που φέρει τον τίτλο ‘σκοποί και στόχοι’. Αυτή είναι, κατά ένα τρόπο, η διακηρυκτική περιγραφή της τελεολογίας του οργανισμού και, όπως όλες οι διακηρύξεις, αποτελεί το εύκολο μέρος του εγχειρήματος, επειδή τα λόγια και οι υποσχέσεις είναι συνήθως εύκολες και ‘τσάμπα’. Τα δύσκολα αρχίζουν όταν στη συνέχεια συγκροτείται ο οργανισμός και ορίζονται οι λειτουργίες του με τρόπο που να οδηγούν στους διακηρυγμένους σκοπούς και στόχους. Γιαυτό χρειάζεται η δεύτερη, ή μάλλον,
και η δεύτερη προσέγγιση. Ο σχεδιασμός ενός οργανισμού με τρόπου που η λειτουργική του δομή να αντιφάσκει στην τελεολογία του είναι η αποτελεσματικότατη συνταγή για την αποτυχία του. Αυτό έχει συμβεί λ.χ. με τον Νόμο Πλαίσιο του ’82, αλλά είναι άλλη ιστορία για την Ιστορία των μεταρρυθμίσεων που δεν έχει θέση στη παρούσα προσέγγιση.
Η πράξη, όμως, είναι δυστυχώς κατά κανόνα διαφορετική από το ζητούμενο. Στη θεσμική ιστορία των πανεπιστημίων μας, ο κανόνας είναι ότι στο καταστατικό τους χάρτη πληρούται το πρώτο σκέλος της περιγραφής, ενώ το δεύτερο δεν συσχετίζεται οργανικά με τους σκοπούς. Ο σχεδιασμός τους ακολουθεί διαδικαστικά και γραφειοκρατικά πρότυπα, αντί των λειτουργικών που χρειάζονται για να εγγυηθούν την οργανική σύνδεση της δράσης του οργανισμού με τους διακηρυγμένους σκοπούς και στόχους του. Για παράδειγμα, η διακηρυκτική διατύπωση της τελεολογίας του ελληνικού πανεπιστημίου διατυπώνεται με στομφώδη τρόπο στο 1
ο Άρθρο του Νόμου Πλαισίου ( Ν 1268/82) ως εξής: ‘
Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) που έχουν ως αποστολή: (ι) Να παράγουν και να μεταδίδουν τη γνώση με την έρευνα και τη διδασκαλία και να καλλιεργούν τι τέχνες. (ιι)Να συντείνουν στη διαμόρφωση υπεύθυνων ανθρώπων με επιστημονική, κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική συνείδηση και να παρέχουν τα απαραίτητα εφόδια που θα εξασφαλίζουν άρτια κατάρτισή τους για επιστημονική και επαγγελματική σταδιοδρομία. (ιιι) Να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των κοινωνικών, πολιτιστικών και αναπτυξιακών αναγκών του τόπου’. Στη συνέχεια, όμως, σε κανένα σημείο του Νόμου δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά για το λειτουργικό περιεχόμενο αυτής της διακηρυκτικής δεοντολογίας, πολύ δε περισσότερο δεν γίνεται αναφορά στους τρόπους με τους οποίους μπορεί να ελέγχεται, να διαπιστώνεται και ρυθμίζεται η επίδοση σε αυτή.
Όχι ότι είναι εύκολη δουλειά ο συνδυασμός των δύο γενετικών πυρήνων του οργανισμού που γεννιέται. Όλη η προβληματική των επιστημών της οργάνωσης σε τούτο ακριβώς κατατείνει: Στο να βρει, δηλαδή, τον καλλίτερο σύνδεσμο ανάμεσα στην τελεολογία και στην λειτουργία των οργανισμών. Εδώ, όμως, δεν μιλάμε για καλλίτερη ή χειρότερη λύση στο δύσκολο αυτό οργανωτικό πρόβλημα. Μιλάμε για κατά κανόνα απουσία οποιασδήποτε σοβαρής προσπάθειας για να επιτευχθεί ένας υποφερτός έστω συνδυασμός.
Εύχομαι τη φορά αυτή η μεταρρυθμιστική προσπάθεια να αποφύγει αυτό το παραδοσιακό σφάλμα. Στην περιγραφή του θεσμικού προπλάσματος που εκφράζει την άποψή μου για το ‘ιδανικό’ ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο, ο αναγνώστης θα κρίνει αν διακρίνει το ‘ιδεώδες’ μέσα στο απλώς ιδεατό, αλλά ασφαλώς δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής του, ότι έχει καταβληθεί συστηματική προσπάθεια να επιχειρηθεί, τουλάχιστο, μία προσχεδιασμένη συσχέτιση της τελεολογίας με την λειτουργική αποτελεσματική οργάνωση. Ήδη από το πρώτο βήμα ακολουθούμε τον δρόμο αυτό. Επιλέγουμε να αναφερθούμε στην τελεολογία του ιδεατού πανεπιστημίου όχι με όρους εξαγγελτικής δεοντολογίας, αλλά με την περιγραφή του χαρακτήρα του με μορφή ενός οργανωμένου συνόλου
λειτουργικών προδιαγραφών. Έτσι δεν αφήνεται περιθώριο για νομιναλιστικές αμφισημίες. Κάθε τελεολογικό στοιχείο συνδέεται εξαρχής και με την πρέπουσα συνταγή κάποιας διαπιστωτικής διαδικασίας που μόνη αυτή επιβεβαιώνει ή διαψεύδει ότι αυτό που ‘
ονομάζουμε έτσι,
είναι και έτσι’. Προφανώς οι προτάσεις μου επί του προκειμένου είναι ενδεικτικές. Αναγνωρίζω ότι χωρούν πολλή συζήτηση και γιαυτό τις διατυπώνω κυρίως με την ελπίδα ότι μπορεί να προκαλέσουν μια τέτοια ανοιχτή συζήτηση.
Το τελικό σχήμα της ιδεατής εφαρμογής που προτείνεται, λοιπόν, μπορεί κατά την άποψή μου να περιγραφεί
λειτουργικά με ένα σύνολο προδιαγραφών, όπως περιγράφονται στις επόμενες παραγράφους. Είναι φανερό ότι η μετάβαση στις προδιαγραφές αυτές από το σημερινό σχήμα, μπορεί να γίνει προγραμματισμένα και σταδιακά, ακολουθώντας κάποιο λεπτομερές σχέδιο δράσης. Το λεπτομερές αυτό σχέδιο δράσης φυσιολογικά ανήκει στην αποστολή και την αρμοδιότητα της Διοίκησης του κάθε πανεπιστημίου που θα λάβει τη μεταρρυθμιστική εντολή. Στο σχέδιο νόμου που υλοποιεί το θεσμικό πρόπλασμα του πιλοτικού πανεπιστημίου, αρκεί να προσδιορίζονται μόνο οι στόχοι που πρέπει να επιδιωχθούν, καθώς και τα κύρια αφετηριακά λειτουργικά βήματα που πρέπει να γίνουν για να ξεκινήσει το μεταρρυθμιστικό εγχείρημα.
Στο εξής θα ονομάζουμε το ιδεατό πανεπιστήμιο
‘’Πειραματικό Πανεπιστήμιο’ για να τονίσουμε μια από τις θεμελιώδεις λειτουργίες που εμπεριέχονται στην αποστολή του και που αυτές συνδέουν τη ζωή του με την διαδικασία της συνολικής μεταρρύθμισης του ελληνικού πανεπιστημιακού συστήματος. Το ακριβές περιεχόμενο της ιδιότητάς του ως ‘πειραματικού’ εξηγείται στη συνέχεια. Εδώ αρκεί να σημειωθεί, ότι μέσα από τον πειραματικό χαρακτήρα ορισμένων λειτουργιών δημιουργείται το πεδίο μετάδοσης και διάδοσης της καινοτομίας στο πανεπιστημιακό σύστημα. Κάθε πανεπιστήμιο που θα προηγείται στην μεταρρυθμιστική πορεία, μπορεί, με διαδικασίες πιστοποίησης να λειτουργεί ως beacon university, κατ’ αναλογία προς τον εξαιρετικά επιτυχημένο θεσμό που εφαρμόστηκε στην Βρετανία στο επίπεδο της υποχρεωτικής εκπαίδευσης.
Έρχομαι τώρα στις λειτουργικές προδιαγραφές στις οποίες αναφέρθηκα παραπάνω. Είναι οργανωμένες σε πέντε ενότητες ως εξής: Προδιαγραφές (α)
Ποιότητας Σπουδών και Έρευνας (β)
Παιδαγωγικής φυσιογνωμίας, (γ)
λειτουργικής αποτελεσματικότητας, (δ)
κοινωνικοποίησης, και
(ε ) καταλληλότητας του συστήματος διοίκησής του. Οι ενότητες αντιστοιχούν στις τέσσερις βασικές οπτικές γωνίες από τις οποίες μπορούμε να θεωρήσουμε την υπόσταση ενός πανεπιστημίου: Το πανεπιστήμιο το βλέπουμε ως οργανισμό που παρέχει υπηρεσίες εκπαίδευσης και επιστημονικής έρευνας και προφανώς έχουμε αξίωση αυτές οι υπηρεσίες να πληρούν ορισμένες προδιαγραφές ποιότητας. Παράλληλα, το πανεπιστήμιο αποτελεί μέρος του εκπαιδευτικού συστήματος. Στη βάση του συστήματος αυτού προβάλλει κάποιο επιλεγμένο παιδαγωγικό υπόδειγμα που με τη σειρά του εκφράζει μέρος της πολιτισμικής επιλογής που η συγκεκριμένη κοινωνία έχει κάνει στην συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Αυτή την επιλογή περιγράφουν οι προδιαγραφές παιδαγωγικής φυσιογνωμίας. Το πανεπιστήμιο, παράλληλα, αποτελεί οργανισμό διαχείρισης οικονομικών πόρων και μάλιστα δημόσιων, εφόσον στην προκείμενη περίπτωση αναφερόμαστε στα δημόσια ελληνικά πανεπιστήμια. Κάθε τέτοιος οργανισμός ‘οφείλει’ να λειτουργεί αποτελεσματικά. Το γενικότερο ‘μέτρο’ της αποτελεσματικότητας είναι η εφαρμογή της οικονομικής αρχής που μας επιτάσσει ‘να πετύχουμε το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα με την μικρότερη δυνατή θυσία (κάθε λογής πόρων)’. Στην εξειδίκευση του μέτρου αυτού αναφέρονται οι προδιαγραφές λειτουργικής αποτελεσματικότητας. Τέλος, το πανεπιστήμιο μπορεί να θεωρηθεί ως μικροκοινωνικό σύστημα που επιβιώνει μέσα από την αλληλεξάρτησή του με την Κοινωνία. Εδώ αναφερόμαστε, φυσικά, στις αλληλεξαρτήσεις γενικότερης φύσης, που βρίσκονται πέρα και πάνω από τις συγκεκριμένες θεσμικές λειτουργίες που η κοινωνία έχει αναθέσει ρητά στο Πανεπιστήμιο. Η κυριότερη λογική συνέπεια αυτής της διευρυμένης σχέσης του με την Κοινωνία που το ‘συντηρεί και το ανέχεται’ είναι, ότι το πανεπιστήμιο πρέπει να τελεί υπόλογο στην Κοινωνία και, προφανώς, να εκφράζει αυτή την λογοδοσία του με λειτουργικά συγκεκριμένο τρόπο. Σε αυτή την λογοδοσία αναφέρονται οι προδιαγραφές ‘κοινωνικοποίησης’, για τις οποίες δεν βρήκα καλλίτερο όρο για να τις εκφράσω. Δεν χρησιμοποιώ τον όρο «ανέχεται» τυχαία. Από τη φύση της κάθε ακαδημαϊκή κοινότητα βρίσκεται σε συνεχή κριτική αντιπαράθεση με την κοινωνία, αφού η κριτική σκέψη είναι θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ελεύθερης επιστημονικής λειτουργίας. Τα όρια της κριτικής αντιπαράθεσης προφανώς είναι περατά και διασπώνται μόνο κάτω από συνθήκες γενικότερης επαναστατικής ρήξης. Μέχρι τότε, η πιστοποίηση της κοινωνική «ανοχής» γίνεται με την ομαλή χρηματοδότηση του δημόσιου πανεπιστημίου από το Κράτος που εκφράζει την έννομη εξουσία υπό την οποία τελεί η συγκεκριμένη κοινωνία. Αυτή τη σχέση «ανοχής» δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούν οι ακαδημαϊκοί για να μπορούν να κρατούν τα πόδια τους πάνω στο έδαφος της κοινωνικής πραγματικότητας. Αυτό ο πραγματισμός, προφανώς δεν αποκλείει την ριζοσπαστική ρήξη της ακαδημαϊκής κοινότητας με την πολιτική εξουσία, όταν αισθανθεί ότι αμφισβητείται η ανεξαρτησία της.
Ας έλθουμε τώρα στην διατύπωση των συγκεκριμένων προδιαγραφών που επιλέγουμε με την παραπάνω δομή και λογική.
(α) Προδιαγραφές Ποιότητας Σπουδών και ΈρευναςΤο Πρότυπο Πανεπιστήμιο οφείλει να παρέχει υψηλής ποιότητας υπηρεσίες τόσο στον τομέα της εκπαίδευσης, όσο και στον συμπαραμαρτούντα τομέα της επιστημονικής έρευνας,
βασικής και
εφαρμοσμένης. Η ποιότητα των εκροών αυτών δεν είναι έννοια απροσδιόριστη και ασαφής, όπως τείνουν να υποστηρίζουν ορισμένοι. Τόσο η ποιότητα της εκπαίδευσης όσο και της έρευνας αποτελεί μέγεθος που δύσκολα μεν, αλλά οπωσδήποτε εν τέλει αποτελεσματικά μπορεί και να προσδιοριστεί και να εκτιμηθεί το επίπεδό της. Γιαυτό και στην συγκεκριμένη περίπτωση θεωρούμε εξ αρχής ότι η ποιότητα αυτή μπορεί να διαπιστώνεται με την εκτίμηση μιας σειράς επιμέρους σταθμισμένων δεικτών, που ενδεικτικά θα περιέχει τουλάχιστο τους εξής:· Εξωτερική αξιολόγηση επιπέδου σπουδών με ελάχιστο παραδεκτό όριο να ικανοποιεί τις απαιτήσεις ποιότητας του πρώτου τεταρτημόριου της σειράς αξιολόγησης πανεπιστημίων Β. Αμερικής (Η.Π.Α., Καναδάς) και Δ. Ευρώπης (Η.Β., Γαλλία, Γερμανία, Κάτω Χώρες, Σουηδία, Ιρλανδία)· Αντίστοιχες αναλογίες δημοσιεύσεων, μνημονεύσεων και παραπομπών (βιβλιομετρικές επιδόσεις) για επιστημονικές δημοσιεύσεις.· Διαμόρφωση τουλάχιστον ενός “κέντρου αριστείας” διεθνούς εμβελείας (Κέντρου Προχωρημένων σπουδών, ή πρωτοποριακού ερευνητικού κέντρου, κ.ο.κ.).· Ομαλή στατιστική κατανομή επίδοσης (βαθμολογίας) φοιτητών (κανονική καμπύλη στατιστικής κατανομής με ελαφρώς επιμηκυσμένη την δεξιά κατάληξη, με βάση ένα προϋποτιθέμενο ομογενοποιημένο σύστημα ακαδημαϊκής αξιολόγησης).· Θετικό προφίλ επαγγελματικής και κοινωνικής σταδιοδρόμησης των αποφοίτων που θα προκύπτει από την τήρηση αξιόπιστων στοιχείων και ανακυκλούμενη ετήσια έρευνα.
(β) Προδιαγραφές Παιδαγωγικής φυσιογνωμίαςΤο Πανεπιστήμιο επιτελεί εκπαιδευτικό έργο. Η μέθοδος με την οποία το έργο αυτό επιτελείται, καθώς και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, που, αναπόφευκτα, σημασιοδοτείται από την προδιαγεγραμμένη ή αυθόρμητη έστω δραστηριότητα των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας, αναπόφευκτα επενεργεί ως
διαπαιδαγώγηση στους φοιτητές. Οι επιπτώσεις στην διαπαιδαγώγηση των φοιτητών πιστοποιούν την παιδαγωγική φυσιογνωμία του Πανεπιστημίου. Είναι φανερό, ότι αυτή η φυσιογνωμία κατ’ ανάγκη πρέπει να γίνεται αντικείμενο διαφανούς προσχεδιασμού, όταν στοχοθετείται η λειτουργία του Πανεπιστημίου. Δεν αρκεί να εξυπακούεται σιωπηρά. Η τυχόν παρασιώπηση αυτής της πλευράς της λειτουργίας του Πανεπιστημίου αποτελεί και αυτή σημαντική επιλογή στρατηγικής που με τη σειρά της πρέπει να εκφραστεί και τεκμηριωθεί με διαφάνεια, όπως και οποιαδήποτε άλλη. Δηλαδή, πρέπει να εξηγείται ακόμη και γιατί δεν υπάρχει ρητά περιγραμμένη παιδαγωγική στρατηγική, όταν αυτό συμβαίνει. Έτσι πρέπει να έχουν τα πράγματα, επειδή οι προσανατολισμοί της διαπαιδαγώγησης αποτελούν
ιδεολογική και, κατά λογική συνέπεια,
πολιτική επιλογή για την οποία προφανώς η ευρύτερη κοινωνία και τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας πρέπει να είναι ενημερωμένοι. Αλλιώς, η παρασιώπηση του ζητήματος ισοδυναμεί με ιδεολογική και πολιτική
‘συνωμοσία’ στα πλαίσια της δημοκρατίας.
Για το Πρότυπο Πανεπιστήμιο, συγκεκριμένα, και στα πλαίσια μιας σύγχρονης αντίληψης του δημόσιου Πανεπιστημίου, υπό συνθήκες δημοκρατίας και κράτους κοινωνικής πρόνοιας, τα επόμενα λειτουργικά χαρακτηριστικά μπορεί να θεωρηθούν ως βασικές προδιαγραφές της επιθυμητής παιδαγωγικής φυσιογνωμίας του.
Ø Καλλιέργεια άμιλλας με στόχο την αριστείαΗ καλλιέργεια ατμόσφαιρας ευγενούς ακαδημαϊκής άμιλλας με σκοπό την αριστεία απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό και παρακολούθηση. Χρειάζεται, δε, να ξεκινά από την ίδια την διαδικασία εισόδου στον “ακαδημαϊκό στίβο”. Έτσι, τα εξής μέτρα απαιτούνται ως ελάχιστοι απαραίτητοι χειρισμοί για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός:
(α) Εφαρμογή Νέου συστήματος εισαγωγής φοιτητών για κάθε συγκεκριμένο Πανεπιστήμιο, παράλληλο προς τις Γενικές Εξετάσεις ή το οποιοδήποτε ‘εθνικό σύστημα εισαγωγής’: Το ισχύον σύστημα ευνοεί “στατιστικούς” υπολογισμούς για την επιλογή του Τμήματος-στόχου που θέτει ο υποψήφιος. Αποθαρρύνει σε μεγάλο βαθμό τους υποψήφιους που θα ήθελαν να επιμείνουν στην κλίση τους ως προς την επιλογή της κατεύθυνσης των σπουδών τους. Το παρόν σύστημα, κατάλληλα αναμορφωμένο, μπορεί να διατηρηθεί για την απονομή ενός τίτλου γενικής ικανότητας προς εισαγωγή σε πανεπιστήμιο. Οι κατέχοντες τον τίτλο αυτό, στη συνέχεια θα μπορούν να προσέρχονται στο ή στα πανεπιστήμια της επιλογής τους για περάσουν από δεύτερη εξειδικευμένη εισαγωγική δοκιμασία που το κάθε πανεπιστήμιο θα θεωρεί ότι του ταιριάζει. Στο παράλληλο αυτό σύστημα εισαγωγής την διαδικασία θα ελέγχει το ίδιο το Πανεπιστήμιο με καθαρά εκπαιδευτικά και παιδαγωγικά κριτήρια που κατά την κρίση του προσιδιάζουν στον σκοπό και την αποστολή του.
(β) Πειραματική Αυτοδιδασκαλία (μερική, υπό την εποπτεία του διδακτικού προσωπικού): Η ελεγχόμενη αυτο-διδασκαλία (διδασκαλία φοιτητών από συναδέλφους τους) υπό την επιστημονική και παιδαγωγική καθοδήγηση του ακαδημαϊκού προσωπικού, απομυθοποιεί τη διδακτική διαδικασία και παραδειγματίζει στην δημιουργική σχεδίαση των ιδεών που πρέπει να εξωτερικευτούν χωρίς τη μεσολάβηση σχημάτων ιεραρχικής επιβολής. Ως εναλλακτική διδακτική πρακτική, που θα λειτουργεί παράλληλα με την 'κύρια’, μπορεί αφενός να συμπληρώνει το παιδαγωγικό υπόδειγμα και αφετέρου να παρέχει τη βάση για χρήσιμες συγκρίσεις και αξιολογήσεις.
(γ) Σύστημα υποτροφιών που η απονομή τους θα ανήκει στην δικαιοδοσία του ίδιου του πανεπιστημίου: Εισάγει εμπράκτως την ιδέα της αριστείας και απογραφειοκρατικοποιεί τη σχέση φοιτητή/δημοσίου σ’ ό,τι αφορά την “δωρεάν παιδεία”. Οι υποτροφίες πρέπει να προκηρύσσονται με συγκεκριμένα κριτήρια αριστείας και να μη συγχέονται με τις παροχές κοινωνικής εξίσωσης που μπορεί να παρέχονται από την αρχή που έχει την αρμοδιότητα για την επιδοματική κοινωνική πολιτική γενικά. Οι κοινωνικές παροχές της κατηγορίας αυτής ασφαλώς πρέπει να διατηρηθούν, αφού έχουν διαφορετικό σκοπό, αλλά πρέπει να παρέχονται και με αντίστοιχη προς το σκοπό τους διαδικασία. Επομένως οι ‘υποτροφίες κατευθυνόμενης ειδικής σκοπιμότητας’ πρέπει να διακρίνονται σαφώς από τις υποτροφίες ‘ίσων κοινωνικών ευκαιριών’, τόσο από την άποψη των προϋποθέσεων όσο και του τρόπου απονομής τους. Οι πρώτες θα παρέχονται από τα πανεπιστήμια ενώ οι δεύτερες από τον οργανισμό που θα είναι εντεταλμένος για την εξίσωση των ευκαιριών για τους νέους που έχουν μειονεκτική οικονομική ή κοινωνική αφετηρία.
(γ) Καθιέρωση ετήσιας δημόσιας Έκθεσης των αποτελεσμάτων σπουδών, με μορφή εκδήλωσης ανοιχτής στο ευρύτερο κοινό: Η μέθοδος (ας θυμηθούμε το παλιό δοκιμασμένο σύστημα των εκδηλώσεων “πέρατος σχολικής χρονιάς”, που ίσχυε στο πρόσφατο παρελθόν στην εγκύκλια εκπαίδευση) εισάγει ομαλά τον κοινωνικό περίγυρο στο Πανεπιστήμιο και ταυτόχρονα “εκθέτει” δημιουργικά το Πανεπιστήμιο στον κοινωνικό περίγυρό του.
(ε) Θεσμοθέτηση ετήσιων Βραβείων Ακαδημαϊκής Επίδοσης (για φοιτητές), Διδακτικής Επίδοσης (για τους διδάσκοντες) και Κοινωνικής προσφοράς (για φοιτητές και διδάσκοντες). Ο σκοπός είναι προφανής.
(στ) Ανά διετία προγραμματισμένη εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση των προγραμμάτων σπουδών. Πέρα από την ουσιαστική ανάγκη προς χάρη του ελέγχου και σχεδιασμού της λειτουργίας του Πανεπιστημίου, η εξωτερική αξιολόγηση αποτελεί τον αντικειμενικότερο γνωστό τρόπο λογοδοσίας. Ειδικά, δε, για ένα σύστημα, που η κοινωνική του υφή δεν του επιτρέπει να αναζητήσει την ‘αντικειμενική’ τιμολόγηση των υπηρεσιών του από τους μηχανισμούς της αγοράς. Χωρίς τέτοιο σύστημα εξω-αγοραίας αξιολόγησης η ανάγκη προστασίας της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας εξωθεί σήμερα το Πανεπιστήμιο κατ’ ανάγκη σε αυτάρεσκη εσωστρέφεια και βαθμιαίο εκφυλισμό της αποτελεσματικότητας και ανταγωνιστικότητάς του.
(ζ) Εφαρμογή Πρότυπων μεθόδων και διαδικασιών για τις εξετάσεις: Με την δημιουργία μιας ειδικής μονάδας, που θα ασχολείται αποκλειστικά με την έρευνα και εφαρμογή αποτελεσματικών μεθόδων διακρίβωσης της ακαδημαϊκής προόδου, εμφυτεύεται ως αναπόφευκτη και φυσιολογική “ρουτίνα” η παιδαγωγική, που σήμερα λείπει σχεδόν παντελώς από το τυπικό ελληνικό Πανεπιστήμιο. Παράλληλα, ενισχύεται η αξιοπιστία του ακαδημαϊκού προσωπικού.
(η) Ακαδημαϊκός δυναμικός αυτοπροσδιορισμός του φοιτητή: Ο Νόμος-Πλαίσιο (1268/82) εισήγαγε τον θεσμό του εξατομικευμένου σχεδιασμού της εκπαιδευτικής διαδικασίας με αποφασιστική συμμετοχή του ίδιου του ενδιαφερόμενου φοιτητή (άρθ.24, παρ. 4]. Ο θεσμός ήταν μια χαμένη καινοτομία για την εποχή εκείνη, αλλά εξακολουθεί παρόλα ταύτα να είναι πολύτιμος και επίκαιρος. Η χρησιμότητά του είναι αδιαμφισβήτητη, τόσο από την άποψη της αποτελεσματικότητας της εκπαιδευτικής διαδικασίας, όσο και από καθαρά παιδαγωγική άποψη, αφού δίνει έμπρακτα στον φοιτητή την ευκαιρία να αναλάβει προσωπική ευθύνη για την πορεία των σπουδών του. Έκτοτε, βέβαια, το σύστημα βαθμιαία εκφυλίστηκε στην πράξη, τόσο μέσω του φοιτητικού συνδικαλισμού, όσο και από το ίδιο το ακαδημαϊκό προσωπικό. Οι πρώτοι το ερμήνευσαν ως απλή γραφειοκρατική προσέγγιση για “κατοχύρωση” των επιμέρους ακαδημαϊκών επιδόσεων (κατοχύρωση βαθμολογίας, συνδυαστική προαπαιτουμένων, κ.ο.κ.). Οι δεύτεροι εκμεταλλεύτηκαν τον θεσμό για να αποσυνθέσουν την παιδαγωγική και επιστημολογική υπόσταση των προγραμμάτων σπουδών προς χάρη της ανεξέλεγκτης ατομικής επιλογής μαθημάτων και του χρονισμού τους, που κατά κανόνα έχει ως γνώμονα τις ιδιαίτερες “προτιμήσεις” για διδασκαλία, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προγραμματισμένη προσέγγιση ενός άρτιου προγράμματος σπουδών.
Μία από τις αιτίες του εκφυλισμού ενός ύψιστης σημασίας και αξίας θεσμού είναι και η παράλειψη του νομοθέτη να τον εξοπλίσει με εργαλεία, μεθόδους και μέσα ελεγχόμενης εφαρμογής και λειτουργίας του. Γενικότερα, όμως, ο θεσμός του ακαδημαϊκού αυτοπροσδιορισμού έμεινε απομονωμένος μέσα σε ένα συνολικότερο περιβάλλον που είναι πρακτικά “εχθρικό” στην ιδέα της υπεύθυνης ακαδημαϊκής επιλογής. Η ιδέα του ακαδημαϊκού αυτοπροσδιορισμού, ασφαλώς, αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της δημοκρατίας και ατομικής ευθύνης ως αξιών που πρέπει να καλλιεργούνται στον ακαδημαϊκό χώρο με την εξειδικευμένη έκφρασή τους. Με την λογική αυτή, επομένως, τα επόμενα μέτρα (προδιαγραφές), συνδυαστικά εφαρμοζόμενα, μπορεί να βοηθήσουν στην αποκατάσταση της πραγματικής υπόστασης του θεσμού του ακαδημαϊκού αυτοπροσδιορισμού:
(θ) Θεσμοθέτηση υποχρεωτικής επιλογής Καθηγητή Συμβούλου Σπουδών: Η ελεύθερη επιλογή από τον ίδιο τον φοιτητή του καθηγητή με τον οποίο θα συνδιαλέγεται για τον προγραμματισμό και την πρόοδο των σπουδών του, στηρίζει την αυτοπεποίθηση του φοιτητή, απογραφειοκρατικοποιεί την σχέση του με το ίδρυμα και ουσιαστικοποιεί τον προβληματισμό του για τις ίδιες τις σπουδές και το περιεχόμενό τους.
(ι) Ελευθερία μετακίνησης του φοιτητή μεταξύ Τμημάτων, σύμφωνα με προδιαγεγραμμένους αυστηρούς κανόνες: Η θεσμοθέτηση της δυνατότητας του φοιτητή ν’ αλλάξει Τμήμα, μέσα από μία παιδαγωγικά και επιστημονικά ελεγχόμενη εσωτερική διαδικασία, αυξάνει τους βαθμούς ελευθερίας της ακαδημαϊκής συμπεριφοράς του και βαθαίνει το αίσθημα ευθύνης για τις ίδιες τις επιλογές του. Σε επόμενη φάση, πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στον φοιτητή να επιλέγει πρόγραμμα σπουδών, μέσα από ένα δίκτυο μαθημάτων και εργαστηρίων που θα προσφέρει η κάθε πανεπιστημιακή Σχολή.
(ια) Θεσμοθέτηση δύο εναλλακτικών υποδειγμάτων Μεταπτυχιακών σπουδών: ‘με έρευνα’ και ‘χωρίς έρευνα’: Στις μεταπτυχιακές σπουδές (εκτός διδακτορικού), πρέπει να διακρίνεται η διαδικασία ως προς την πραγματική σχέση τους με την έρευνα. Μεταπτυχιακές σπουδές με έρευνα είναι εξ ίσου θεμιτές με εκείνες χωρίς έρευνα. Απλώς, κάθε μία από τις δύο εναλλακτικές προσεγγίσεις αποτείνεται σε διαφορετική κλίση, ή διαφορετικό σκοπό. Η διάκριση αυτή, εν τούτοις, πρέπει να γίνει με τρόπο ρητό, συστηματικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο. Η ασάφεια δημιουργεί κινδύνους καταχρήσεων και στρεβλώσεων. Για παράδειγμα, εν ονόματι της συσχέτισης μεταπτυχιακών σπουδών με ‘έρευνα’ σε πάμπολλες περιπτώσεις, στις μέρες μας, ακόμη και σε σπουδές διδακτορικού επιπέδου, γίνονται αντιεκπαιδευτικές καταχρήσεις, με το να μεταβάλλονται οι φοιτητές σε άμισθους ή έμμισθους βοηθούς των καθηγητών τους σε εργασίες παροχής υπηρεσιών συμβούλου, και όχι γνήσια ερευνητικές. Από την άλλη, η διασαφήνιση της σχέσης σπουδών με έρευνα βοηθάει τον φοιτητή να αντιληφθεί την γνησιότητα σημαντικών επιλογών που σχετίζονται με την ακαδημαϊκή ζωή. Είναι φανερό, ότι η επίγνωση του φοιτητή για το status της επιλογής του, στηρίζει την αίσθηση αυτοπροσδιορισμού του, με την έννοια που περιγράφηκε παραπάνω.
(ιβ) Δημιουργική αμφισβήτησηΗ κατάκτηση της δημοκρατίας στο χώρο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης μεταφράζεται κατά κύριο λόγο σε καλλιέργεια “πολιτισμού”
δημιουργικής αμφισβήτησης ως κυρίαρχου ιδεολογικού-παιδαγωγικού υποδείγματος. Ουσιαστικό περιεχόμενο της δημιουργικής αμφισβήτησης είναι η καθημερινή άσκηση του φοιτητή στην πρακτική της ακώλυτης έρευνας, της προσέγγισης των μαθημάτων του με συστηματική αμφισβήτηση κάθε δογματικής προκατάληψης, και η εξατομικευμένη ανακάλυψη της επιστημονικής “αλήθειας”, αλλά και της δύναμης της πειθούς. Είναι φανερό ότι αυτές οι ιδεολογικές θέσεις πρέπει να πραγματώνονται τουλάχιστο στο πεδίο της εκπαιδευτικής διαδικασίας και της “εντός των τειχών” ακαδημαϊκής ζωής αντί να περιφέρονται στον ακαδημαϊκό ορίζοντα ως άπρακτες δεοντολογικές διακηρύξεις. Ορισμένες κύριες παράμετροι που εκφράζουν πρακτικά αυτού του είδους τις προδιαγραφές, είναι οι εξής:
(i) Ολοκληρωμένη εκπαιδευτική διαδικασία (μαθήματα, διαλέξεις, βιβλιογραφική έρευνα): Η διδακτέα ύλη πρέπει να προσεγγίζεται με ένα συστηματικό συνδυασμό μαθημάτων, σεμιναρίων, συμπληρωματικών διαλέξεων, αλλά απαραίτητα μέσα από προκαθορισμένη βιβλιογραφία εναλλακτικών θεωρητικών και εμπειρικών προσεγγίσεων.
(ii) Ενσωμάτωση της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης στην κυρίως εκπαιδευτική διαδικασία με σκοπό την ερευνητική πρόσβαση στη γνώση: Η πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη πρέπει να αναβαθμιστεί σε
ενεργό συμμέτοχο της εκπαιδευτικής διαδικασίας και της φοιτητικής έρευνας και σε χώρο ερευνητικής δραστηριότητας (desk-top research).
(iii) Θεσμοθέτηση των εκπαιδευτικών και παιδαγωγικών σεμιναρίων για τα μέλη του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού, ως κύριας μεθόδου επεξεργασίας και συνεχούς ενημέρωσης των προγραμμάτων σπουδών. Υποχρεωτική δημοσίευση των πεπραγμένων των σεμιναρίων αυτών σε ειδικά τεύχη προς ελεύθερη κυκλοφορία: Η υποχρεωτική δημοσιότητα τονίζεται εδώ με έμφαση, ως πρακτική που θέτει σε λειτουργία τους μηχανισμούς κριτικής και διαφάνειας, που αυτοί πρέπει ν’ αποτελούν το οξυγόνο του πανεπιστημιακού συστήματος και των ελευθεριών του.
(iv) Θεσμοθέτηση της λειτουργίας των ολομελειών διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού (κατά Τμήμα) ως “Συμβουλίου Σπουδών”, με αντικείμενο την τεκμηρίωση και έγκριση των προγραμμάτων σπουδών κάθε έτους. Με μια ιδιότυπη εφαρμογή του γνωστού “νόμου του Gresham” οι γενικές συνελεύσεις των Τμημάτων εξέπεσαν κατά κανόνα σε πεδία ατομικών και συλλογικών συμβιβασμών και οικονομικο-διοικητικών χειρισμών ατομικής στρατηγικής. Παράλληλα, η “τρομοκρατία της Έδρας” του παλιού συστήματος, επανεμφανίστηκε σε πάμπολλες περιπτώσεις, τη φορά αυτή με τη μορφή της τρομοκρατίας των υψηλόβαθμων εις βάρος των εξαρτημένων χαμηλόβαθμων μελών ΔΕΠ και των “συμβασιούχων”. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, ελάχιστος χρόνος μένει για να συζητηθούν γνήσια εκπαιδευτικά και ερευνητικά θέματα. Το αντίδοτο, προφανώς, είναι η σύσταση άλλου οργάνου, και συγκεκριμένα της ‘ολομέλειας των πάσης φύσεως και νομικού καθεστώτος διδασκόντων’, με αποκλειστική αρμοδιότητα την εκπόνηση, κριτική, αναθεώρηση και οργάνωση των προγραμμάτων σπουδών. Η δημοσιότητα των εργασιών, και στην περίπτωση αυτή αποτελεί εγγύηση ενάντια στον κίνδυνο εκφυλισμού του θεσμού.
(ιγ) Δημοκρατία και κοινωνική συμμετοχήΗ άσκηση του φοιτητή στην δημοκρατία “υπό πραγματικές συνθήκες και σε πραγματικό χρόνο” πρέπει να συγκαταλέγεται μεταξύ των κύριων σκοπών ενός σύγχρονου πανεπιστημίου. Υπάρχει, εντούτοις, μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε μια τέτοια άσκηση και στον συντεχνιακό διεκδικητικό συνδικαλισμό στον οποίο έχει εκπέσει πλέον η πανεπιστημιακή κοινότητα. Μολαταύτα, ούτε το πανεπιστήμιο, μήτε η Πολιτεία δικαιούται να παρέμβει αποτρεπτικά στις αυθόρμητες εξελίξεις που σημειώνονται στο πεδίο αυτό, όσο δυσάρεστες και αρνητικές και αν είναι, κατά γενική ομολογία. Και οι δύο δικαιούνται, εντούτοις, ίσως δε και να υποχρεούνται ως εκ του ρόλου τους, να θεσμοθετήσουν αντισταθμιστικές διεργασίες για να πλουτίσουν τον ορίζοντα με εναλλακτικές δυνατότητες. Τέτοιες θεσμοθετημένες παρεμβάσεις μπορεί να είναι και οι εξής:
(i) Θεσμοθέτηση της Φοιτητικής Αυτοδιοίκησης: Η φοιτητική αυτοδιοίκηση είναι θεσμός εμπεδωτικός της δημοκρατίας και συλλογικής δράσης, αλλά και γενικότερα πολυεπίπεδα διαπαιδαγωγικός. Επομένως, είναι απαραίτητος. Εν τούτοις, αν δεν σχεδιαστεί σωστά, οδηγεί στο αντίθετο ακριβώς αποτέλεσμα, με κύριο κίνδυνο να υποθάλψει την εκτροπή της συλλογικής δράσης σε συντεχνιακή συσπείρωση. Τα αγγλοσαξονικά εκπαιδευτικά συστήματα έχουν μακρά παράδοση στη μαθητική και φοιτητική αυτοδιοίκηση και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως πεδία για άντληση πολύτιμων εμπειριών και ιδεών για τον σχεδιασμό της ελληνικής εκδοχής του θεσμού. Κλειδί στην επιτυχημένη αυτοδιοίκηση είναι ο περιορισμός της σε αρμοδιότητες που λογικά και πρακτικά προσιδιάζουν στην ιδιότητα του φοιτητή, και η ενάσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών με διπλή λογοδοσία για την συνεχή πιστοποίηση της υπεύθυνης λειτουργίας των οργάνων της.
(ii) Θεσμοθέτηση του Συνδέσμου Αποφοίτων, ως συμβουλευτικού οργάνου της Διοίκησης του Πανεπιστημίου: Σωστά σχεδιασμένος και λειτουργικά άρτιος, ο θεσμός μπορεί ν’ αποτελέσει συνδετικό κρίκο της κοινωνικής πραγματικότητας με το Πανεπιστήμιο, αλλά και στήριγμα μιας καλώς εννοούμενης παράδοσης για το ίδρυμα.
(ιιι) Θεσμοθέτηση Βραβείου Ενεργού Ακαδημαϊκού Πολίτη για την ανά πενταετία επιβράβευση μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας για διακεκριμένες εξωπανεπιστημιακές δραστηριότητές τους που έχουν τον χαρακτήρα συμβολής στην ανάπτυξη της ‘κοινωνίας των πολιτών’: Η σκοπιμότητα του θεσμού είναι προφανής.
(ιδ) Ανθρωπιστική θεώρησηΟι σπουδές στο πανεπιστήμιο εξυπηρετούν πολλαπλούς σκοπούς. Αποβλέπουν στην κατάρτιση σε συγκεκριμένη επιστήμη, τόσο την θεωρητική (κατά τούτο διαφέρει, άλλωστε, συστηματικά το πανεπιστήμιο από τα υπόλοιπα επαγγελματικά τριτοβάθμια ιδρύματα), όσο και την εφαρμοσμένη και οδηγούν στην απόκτηση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που απαιτούνται για την άσκηση ενός συγκεκριμένου επαγγέλματος. Παράλληλα, όμως, οι σπουδές πρέπει να συντείνουν στην διαμόρφωση ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων με ευρεία πνευματική καλλιέργεια. Το ουσιαστικό περιεχόμενο της ολοκλήρωσης προσδιορίζεται με κριτήρια την δυνατότητα δημιουργικής συμμετοχής στην δημοκρατική και πολυπολιτισμική σύγχρονη κοινωνία. Θεμέλιο της πνευματικής αυτής καλλιέργειας είναι τα μαθήματα που συνηθίζεται να κατατάσσονται στις ανθρωπιστικές σπουδές (φιλολογικά, ιστορία, φιλοσοφία, κλπ.). Εκείνο που χρειάζεται για να εμπραγματωθούν οι κοινές αυτές παραδοχές, είναι η ενσωμάτωση των μαθημάτων αυτών στο κυρίως πρόγραμμα σπουδών, ανεξάρτητα από το Τμήμα που ο φοιτητής παρακολουθεί. Επομένως απαιτείται ο εμπλουτισμός όλων των προγραμμάτων σπουδών με μαθήματα που να στερεώνουν μία υ
ποδομή ανθρωπιστικών σπουδών, οργανικά συνυφασμένη με το κυρίως πρόγραμμα σπουδών κατά Τμήμα. Η εφαρμογή μπορεί να γίνει στα πλαίσια της υφιστάμενης νομοθεσίας, δια μέσου του θεσμού των “υποχρεωτικών κατ’ επιλογή” μαθημάτων. Σκόπιμη, όμως, είναι η ρητή θεσμοθέτηση της σχετικής υποχρέωσης δια νόμου. Η στήριξη μιας τέτοιας ορίζοντας πολιτικής ανθρωπιστικής εκπαίδευσης προϋποθέτει αντίστοιχη ενδυνάμωση των καθαυτό ανθρωπιστικών σπουδών μέσα στα ίδια πανεπιστήμια. Μια τέτοια επιλογή πρέπει συνειδητά να αντισταθμίζει την τάση «τεχνολογικοποίησης» των σπουδών στα σύγχρονα πανεπιστήμια που υπαγορεύεται από την περιορισμένη και στρεβλή ερμηνεία του τρόπου συμμετοχής της στην αναπτυξιακή διαδικασία.
(ιε) Πλουραλιστική ανοχήΒασικό στοιχείο της δημοκρατικής ακαδημαϊκής διαπαιδαγώγησης είναι η ανοχή της ετερότητας μέσα από την κατανόηση της θέσης του “άλλου” και όχι απλώς ως εκδήλωση παθητικού η μηδενιστικού σχετικισμού. Μια ατμόσφαιρα επαγωγός προς την κατεύθυνση αυτή, χωρίς διακηρυκτικές μεγαλοστομίες, μπορεί να καλλιεργηθεί, αφενός με την εξάσκηση στην λογική αντιδικία (το αγγλοσαξονικό “debating”), ως πνευματικής απασχόλησης/αυταξίας και, αφετέρου, με την διεύρυνση του ορίζοντα των ερασιτεχνικών ενδιαφερόντων ως “αντιαλλοτριωτικής” τακτικής. Ειδικότερα, οι εξής δύο πρακτικές μπορεί να ενσωματωθούν θεσμικά στην ακαδημαϊκή ζωή του Πανεπιστημίου:
(i) Οργανωμένη λογική αντιδικία – Διαλεκτική (Debating): Ενδεχομένως ως εναλλακτική εξεταστική διαδικασία, και οπωσδήποτε ως ερασιτεχνική δραστηριότητα που υποστηρίζεται επίσημα από τις πανεπιστημιακές αρχές και τον πανεπιστημιακό προϋπολογισμό.
(ii) Θεσμοθέτηση των ερασιτεχνικών ομάδων ποικίλων ενδιαφερόντων ως συστατικού στοιχείου της φοιτητικής ζωής, με ειδικά κίνητρα: Δραστηριότητα που μπορεί να περιληφθεί στην κύρια αποστολή της Φοιτητικής Λέσχης.
(γ) Προδιαγραφές λειτουργικής αποτελεσματικότηταςΗ έννοια της αποτελεσματικότητας της λειτουργίας ενός ακαδημαϊκού ιδρύματος έχει δύο διακεκριμένες όψεις: την
ακαδημαϊκή και την
οικονομική. Η ακαδημαϊκή αποτελεσματικότητα εκτιμάται με δείκτες που σχετίζονται με την ποιότητα και την ποσότητα των παρερχομένων εκπαιδευτικών και ερευνητικών υπηρεσιών. Η οικονομική αποτελεσματικότητα, θεωρητικά τουλάχιστο, θα μπορούσε να μετρηθεί με τους συνήθεις οικονομικούς δείκτες συσχετισμού εισροών-εκροών και να εκτιμηθεί ως προς την αποτελεσματικότητα της χρήσης των διατιθέμενων (δαπανώμενων) πόρων. Στην πράξη, εν τούτοις, η μέτρηση αυτή είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει με ρεαλισμό, ειδικά στην περίπτωση των δημόσιων Πανεπιστημίων επειδή, προφανώς, είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να καταστρωθεί το “τυπι
Περισσότερα... »